Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οικονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Πώς και πότε θα γίνει το νέο «κούρεμα»

του Γιώργου Παπανικολάου 

Το πρόσφατο άρθρο του Wolfgang Μunchau στους Financial Times αποτύπωσε μια πραγματικότητα: κανένας δεν πιστεύει ότι η Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετήσει το σύνολο του χρέους της, ασχέτως των δηλώσεων μιας μερίδας πολιτικών και τεχνοκρατών της Ευρώπης.
Ορθώς λοιπόν ο Munchau πέρασε στο επόμενο ερώτημα: Θα γίνει το (αναπόφευκτο) κούρεμα εντός της ευρωζώνης, με τη συναίνεση των εταίρων δανειστών μας; Ή εκτός του ευρώ και με κάπως μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων της ελληνικής πλευράς;
Στην ουσία, χωρίς να το γράψει, ο Munchau ρωτάει πρακτικά αν θα επέλθει διάλυση της ευρωζώνης, τουλάχιστον με τη μορφή που την ξέραμε, ή θα υποχωρήσουν οι δανειστές και θα «κουρέψουν» τα οφειλόμενα ποσά, προκειμένου να κρατήσουν τη σημερινή μορφή της «Ενωμένης Ευρώπης».
Κι αυτό διότι η όλη «ιδέα» του κοινού νομίσματος στηρίζεται στο γεγονός ότι δεν είναι ξενοδοχείο, όπου μένει όποιος θέλει για ένα διάστημα, κι άμα θέλει παίρνει το καπέλο του και φεύγει, αλλά ένα σπίτι που επιλέχτηκε και δεν αλλάζει.
Αν η Ελλάδα βρει τον δρόμο της εξόδου, γιατί να μην τον βρουν σε κάποια φάση και η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ισπανία, ακόμη και η Γαλλία;
Ας μην έχουμε αυταπάτες. Τυχόν έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη δεν θα γίνει «μονομερώς», με δήθεν τσαμπουκά, αλλά μόνο με την «ανοχή», για να μην πω τη συναίνεση, των δανειστών μας, που θα συνεχίσουν να είναι δανειστές μας, είτε είμαστε στο ευρώ είτε φύγουμε από αυτό.
Όσοι ρομαντικοί της Αριστεράς (ή και της Δεξιάς) πιστεύουν ακόμη στη δήθεν συγκριτικά «ανώδυνη» λύση του Grexit δεν έχουν παρά να διαβάσουν το πρόσφατο άρθρο του Γιάννη Βαρουφάκη.
Συνεπώς, μιλώντας γενικότερα, είτε τα κράτη που βρίσκονται στην πλευρά των δανειστών θα βρουν τρόπους να βάλουν νερό στο κρασί τους σε ό,τι αφορά τα οφειλόμενα από τους δανεισμένους εντός του ευρώ, είτε η ευρωζώνη θα διαλυθεί περίπου «κοινή συναινέσει».
Ασφαλώς τέτοιες αποφάσεις δεν λαμβάνονται με ευκολία.
Όσο δύσκολο είναι ακόμη και για την ίδια τη Γερμανία να απαρνηθεί την τεράστια επένδυση πολιτικού, ιστορικού και οικονομικού κεφαλαίου, που οδήγησε στον σχηματισμό της ευρωζώνης, άλλο τόσο είναι να περάσει στην κοινή γνώμη των κρατών του Βορρά η έννοια της απώλειας σημαντικών κεφαλαίων υπέρ των «προβληματικών Νότιων».
Λαμβάνοντας υπ' όψιν μας και το γεγονός ότι οι πολιτικοί έχουν γενικώς την τάση να μεταθέτουν τις δυσάρεστες αποφάσεις στο μέλλον (με την ελπίδα ότι η μπόμπα θα σκάσει στα χέρια κάποιου άλλου), είναι μάλλον επιπόλαιο να περιμένουμε γρήγορες ή «ριζικές» αποφάσεις στο θέμα του ελληνικού χρέους.
Θα είναι λοιπόν μεγάλη έκπληξη αν δούμε πραγματικό «κούρεμα» του ελληνικού χρέους πριν η κατάσταση στην Ευρώπη και στην Ελλάδα φτάσει στο απροχώρητο!
Πιθανώς να δούμε μεσοβέζικες λύσεις, όπως μια αναδιάρθρωση των λήξεων και των επιτοκίων στα δάνεια, που όμως από μόνη της δεν θα λύσει το πρόβλημα. Πιθανώς να δούμε και μια «ελάφρυνση» του χρέους, με το ESM να αναλαμβάνει ένα μέρος των κεφαλαίων που δαπανήθηκαν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
Αυτές όμως οι λύσεις θα αποδειχτούν ασπιρίνες, λόγω του μεγέθους του ελληνικού χρέους, αλλά και της συνεχιζόμενης ύφεσης στην Ελλάδα. Που πολύ δύσκολα θα μετατραπεί σε ισχυρή ανάπτυξη ενόσω όχι μόνο η ευρωπαϊκή αλλά και η παγκόσμια οικονομία κινούνται με επιβραδυνόμενους ρυθμούς.
Το συνολικό χρέος της ευρωζώνης έφτασε στο πρώτο τρίμηνο του 2013 το ποσοστό ρεκόρ 92% του ΑΕΠ, όταν υποτίθεται ότι επί τρία χρόνια γίνονται προσπάθειες για τη μείωσή του. Η κατάσταση δε είναι πολύ χειρότερη στις χώρες του Νότου. Οι οπαδοί της λιτότητας θα ισχυριστούν βέβαια πως τέτοιου είδους σχέδια θέλουν χρόνο για να δείξουν αποτέλεσμα και ότι τα καλύτερα είναι μπροστά.
Προσωπικά, έχω ζωηρές αμφιβολίες.
Εκτιμώ ότι η λιτότητα με τον σφοδρό τρόπο που έχει επιβληθεί «στρεσάρει» της ευρωπαϊκές χώρες, όχι μόνο οικονομικά, δημιουργώντας φαύλο κύκλο, αλλά κοινωνικά και πολιτικά.
Με έναν τρόπο που μπορεί τελικά να δυναμιτίσει τα ίδια τα θεμέλια της «Ενωμένης Ευρώπης».
Δεν ξέρω αν τελικά το δίλημμα που έθεσε ο κ. Munchau θα αποτελέσει διαπραγματευτικό χαρτί για τούτη, ή ίσως την επόμενη, κυβέρνηση, όπως ο ίδιος αφήνει εμμέσως να εννοηθεί στο άρθρο του.
Νομίζω όμως ότι η συστηματική διερεύνηση ενός εναλλακτικού δρόμου, χρήσιμου εν πάση περιπτώσει εφόσον η ευρωζώνη πάψει να είναι αυτό που ξέρουμε, ή πάψει να υπάρχει, θα έπρεπε να βρίσκεται στις «διακριτικές» προτεραιότητες της ελληνικής πολιτικής σκηνής.
Διά παν ενδεχόμενο.

exipno.gr

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Η Goldman Sachs προτείνει περικοπές μισθών κατά 30%



Η Goldman Sachs προτείνει περικοπές μισθών κατά 30%

Σοκ στη Γαλλία από την έκθεση

Σοκ προκαλεί έκθεση της Goldman Sachs που δημοσιεύεται στον οικονομικό τύπο της Γαλλίας και προτείνει δραστικές περικοπές μισθών στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα.

Συγκεκριμένα, οικονομολόγος της γνωστής αμερικανικής τράπεζας προτείνει να μειωθούν οι μισθοί κατά 30% ώστε να αποκατασταθεί το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της χώρας και να μειωθούν τα ελλείμματα.

Ωστόσο, όπως διευκρινίζει, η εφαρμογή της εν λόγω πρότασης είναι αδύνατη πολιτικά, δεδομένου ότι η κυβέρνηση Ολάντ δε θα λάμβανε τέτοια απόφαση.

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Coach Vs. Starbucks

Τι κοινό έχουν οι μετοχές των Starbucks και Coach; Εκ πρώτης όψεως, όχι πολλά. Εκτός από το γεγονός ότι και οι δύο εταιρείες έχουν πραγματικά ισχυρά εμπορικά ονόματα και πολύ αφοσιωμένους πελάτες, λειτουργούν σε δύο εντελώς διαφορετικούς κλάδους. Η μία πουλάει τσάντες και η άλλη καφέ.

Γιατί βρίσκω τις εταιρείες αυτές ενδιαφέρουσες;

Οι Starbucks και Coach παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον αυτή τη στιγμή γιατί αποτελούν εξαίρετα παραδείγματα του πως οι αποτιμήσεις μπορούν ξεφύγουν από τον “έλεγχο” των επενδυτών. Μία από αυτές τις εταιρείες – η Coach – εμφανίζει παραδοσιακά υψηλότερη ανάπτυξη σχεδόν σε κάθε οικονομικό επίπεδο. Όμως, σε μία αποτίμηση βάσει της σχέσης τιμής και ελεύθερων ταμειακών ροών, η Starbucks είναι πολύ μπροστά παρά το γεγονός ότι ο βασικός παράγοντας που επηρεάζει την ανάπτυξη και των δύο εταιρειών, το “διακριτικό εισόδημα”, είναι παρόμοιος. Ενώ οι ιστορικές επιδόσεις είναι συχνά ένα κακό μέσο πρόβλεψης μελλοντικών επιδόσεων, οι εταιρείες που συνεχίζουν να αναπτύσσονται και να εμφανίζουν ισχυρά κέρδη, συνήθως έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα που πολύ απλά τις κάνει καλύτερες εταιρείες.

Αν εξετάσουμε τους δείκτες ανάπτυξης θα δούμε ότι και οι δύο εταιρείες τα έχουν πάει πολύ καλά. Σε επίπεδο εσόδων τα τελευταία 10 χρόνια, η Coach έχει σημειώσει ανάπτυξη 21% ενώ η Starbucks έχει αναπτυχθεί κατά 15% σε σωρευτικό μέσο όρο. Σε επίπεδο καθαρού κέρδους, η Coach σημείωσε αύξηση 28% ενώ η Starbucks 21%. Πρόκειται για εξαιρετικά ποσοστά αύξησης )όπως φαίνεται στο παρακάτω γράφημα).



Εξαιτίας του νόμου των μεγάλων αριθμών, καμία εταιρεία δεν μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται με αυτά τα ποσοστά. Δεν είναι όμως δύσκολο να σκεφτεί κανείς ότι οι εταιρείες αυτές θα καταφέρουν να αναπτυχθούν με ρυθμούς αρκετά μεγαλύτερους από την οικονομική ανάπτυξη, δεδομένου ότι κατά πάσα πιθανότητα έχουν σαφές συγκριτικό πλεονέκτημα.


Αλλά η αποσύνδεση μεταξύ των δύο αυτών εταιρειών είναι ότι μία από αυτές αποτιμάται πολύ περισσότερο από την άλλη τόσο σε επίπεδο P/E όσο και σε P/FCF. Και οι δύο εταιρείες παράγουν περίπου 1 δισ. δολάρια ελεύθερων ταμειακών ροών ετησίως αλλά η Starbucks είναι 230% πιο ακριβή από την Coach!

Σαφώς και μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Starbucks έχει καλύτερες προοπτικές. Ή ίσως μπορούμε να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον μία από τις δύο εταιρείες αποτιμάται στην ουσία λανθασμένα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που η φθηνότερη εταιρεία, η Coach, είναι στην ουσία αυτή με την υψηλότερη ιστορική ανάπτυξη, την καλύτερη οικονομική επίδοση και την πιο σταθερή αύξηση κερδών.

Δεδομένης της μεγάλης απόκλισης στις αποτιμήσεις, η αγορά προφανώς πιστεύει ότι η Starbucks έχει ένα πολύ πιο λαμπρό μέλλον από την Coach και εκτιμά ότι θα αναπτυχθεί ταχύτερα.

Αν δούμε μία γενικότερη εικόνα των δύο εταιρειών ίσως μπορούμε να έχουμε μία γενική αντίληψη για τις διαφορετικές τους προοπτικές, έχοντας κατά νου την ικανότητα ανάπτυξης της καθεμιάς.

Στην παρούσα φάση, το 86% των εσόδων της Coach προέρχεται από δύο ώριμες αγορές – των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας. Η ανάπτυξη από αυτές τις αγορές είναι περίπου 10% που παραμένει πολύ καλό ποσοστό. Στο μεταξύ, η αγορά των ΗΠΑ αναλογεί στο 76% των εσόδων της Starbucks. Από γεωγραφικής πλευράς, και οι δύο εταιρείες έχουν “κατακτήσει” τις αγορές από τις οποίες κατάγονται. Και οι δύο εταιρείες αναπτύσσονται ραγδαία στην Κίνα, γεγονός που θα επηρεάσει το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξής τους τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα.




Αναμένεται η Starbucks να ξεπεράσει την Coach τόσο πολύ που θα διασφαλίζει ένα premium της τάξης του 175%; Ίσως, αλλά η λογική μου λέει ότι αυτό το premium μπορεί να είναι μεγάλο, δεδομένης της ομοιότητας στα ιστορικά μοτίβα ανάπτυξης των εταιρειών, της επέκτασής τους σε παρόμοιες αγορές και στις ικανότητες διαχείρισης.

Οι ταμειακές ροές είναι πιο σημαντικές από τα κέρδη

Οι επενδυτές συχνά κοιτούν τα P/E, αλλά τα κέρδη δεν είναι στην πραγματικότητα ο καλύτερος τρόπος καθορισμού της αξίας μίας εταιρείας. Η ικανότητα παραγωγής χρηματικών ροών είναι στην ουσία ο απόλυτος τρόπος υπολογισμού της αξίας μίας εταιρείας. Το ενδιαφέρον στοιχείο μεταξύ των δύο εταιρειών είναι ότι η Starbucks στην πραγματικότητα εμφανίζει πολύ μεγαλύτερα καθαρά κέρδη της τάξης των 1,4 δισ. δολαρίων έναντι 1 δισ. δολαρίων της Coach. Όμως από την πλευρά των ελεύθερων χρηματικών ροών, που είναι αυτό που πραγματικά μετράει να επενδύσει κανείς, οι δραστηριότητες της Coach είναι πολύ πιο “παραγωγικές” ανά δολάριο κέρδους, σε σύγκριση με την Starbucks. Στην ουσία, τα τελευταία 10 χρόνια, η Coach έχει καταφέρει να κερδίσει 2% περισσότερες χρηματικές ροές ανά δολάριο κέρδους σε σύγκριση με την Starbucks. Το 2% μπορεί να μην ακούγεται πολύ, όμως για να έχει συντηρηθεί για μία δεκαετία, δείχνει ότι μπορεί να γίνει μεγαλύτερο.



Ας επιστρέψουμε όμως στο βασικό σημείο της λανθασμένης αποτίμησης. Αν αποτιμήσουμε την Starbucks σε σχέση με την Coach, σε επίπεδο ελεύθερων χρηματικών ροών, η Starbucks στην πραγματικότητα διαπραγματεύεται με premium 230% και όχι με το “τιποτένιο” premium 175% σε επίπεδο P/E. Θα έλεγα ότι οι περισσότεροι αναγνώστες σε αυτό το σημείο θα αμφισβητούσαν την αποτίμηση της μίας ή και των δύο εταιρειών. Είναι προφανές ότι κάτι... δεν βγαίνει.

Έτσι λοιπόν, μήπως η Starbucks αξίζει διπλάσια και τριπλάσια από την Coach; Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, εγώ δεν πιστεύω ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η πιο πιθανή απάντηση είναι ότι η Starbucks είναι λίγο πιο “τσιμπημένη” ενώ η Coach είναι υποτιμημένη. Πως λοιπόν μπορείς να αντιμετωπίσεις μία τέτοια κατάσταση επενδυτικά;

Μπορεί κάποιος να κάνει χρήση του Beta (της συνδιακύμανσης των ημερήσιων αποδόσεων της Coach και των ημερήσιων αποδόσεων της Starbucks / Διακύμανσης των ημερήσιων αποδόσεων της Coach) για να βρεις τι είδος συντελεστή αντιστάθμισης μπορείς να αναμένεις αν τοποθετηθείς long στην Coach και short στην Starbucks. Η συσχέτιση δεν λειτουργεί γιατί δείχνει την κατεύθυνση της σχέσης αλλά δεν υπολογίζει την βαρύτητα της σχέσης, αντίθετα με τον συντελεστή Beta που το κάνει.



Δυστυχώς, το Beta δύο ετών (γράφημα 4) για την Starbucks σε σχέση με την Coach έχει εμφανιστεί κάπως ασταθές και πρακτικά άχρηστο. Το Beta ενός έτους ήταν ακόμη πιο ασταθές, όμως αυτή η μικρή ανάλυση υπερτονίζει το πόσο εύκολα μπορούν να αποτιμηθούν λάθος οι μετοχές.

Ηθικό δίδαγμα: Αν η Starbucks έχει τιμολογηθεί σωστά, τότε είναι εξαιρετικά πιθανό ότι η Coach είναι υπερβολικά υποτιμημένη οπότε είναι καλό να την αγοράσει κανείς. Και αν η Coach είναι σωστά τιμολογημένη, τότε μείνετε μακριά από την Starbucks, ή ακόμη καλύτερα να την σορτάρετε.

Ο Matt Bolduc είναι αναλυτής της Saxo Βank


capital.gr



Πηγή:www.capital.gr

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Η Γαύδος, τα γεωτρύπανα και η Τουρκία

Τις τελευταίες ημέρες οι φίλοι και γείτονές μας Τούρκοι προσπαθούν να μας θυμίσουν την παρουσία τους. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εγείρουν θέματα ιδιοκτησίας σε μικρά νησιά του Αιγαίου, τα οποία όμως είναι ιδιαίτερα σημαντικά για το θέμα των πετρελαίων. Ο εκνευρισμός τους για τις έρευνες σε Ιόνιο και Κρήτη είναι έκδηλος. Ποιος είπε ότι δεν χρειαζόμαστε εξοπλισμούς;

Είναι σαφές ότι η Τουρκία δεν θέλει να προχωρήσουμε τις έρευνες για τους υδρογονάνθρακες. Δεν θέλει τα γεωτρύπανα. Γι΄ αυτό και αρχίζει να επινοεί διάφορες ιστορίες για αγρίους γύρω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς ακόμη και μικρών νησιών που βρίσκονται νότια της Κρήτης!

Οι μελέτες για το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο αυξάνουν την γεωπολιτική σημασία της χώρας μας. Τα γεωτρύπανα καθιστούν αδύνατη την αμφισβήτηση των δικαιωμάτων μας. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς την εξέλιξη της αντίστοιχης κυπριακής υπόθεσης. Οι απειλές κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας παρέμειναν απειλές, όταν οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις θα έπρεπε διαφορετικά να έρθουν σε σύγκρουση με το Ισραήλ...

Στην Ελλάδα επί σειρά ετών δεν τολμούσαμε να ανοίξουμε τον φάκελο πετρέλαια, φοβούμενοι τις συνέπειες που θα είχε μία τέτοια ενέργεια στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αν οι Κύπριοι δεν έκαναν την αρχή, ο Πάγκαλος ακόμη θα χαρακτήριζε γραφικούς όσους έλεγαν ότι υπάρχουν υποψίες κοιτασμάτων στο Αιγαίο ή στο Ιόνιο.

Κάποιοι προσπάθησαν κάτι να πουν και με αφορμή την προστασία του... τουρισμού, αλλά ευτυχώς επέστρεψαν στο... σκότος απ’ όπου προήλθαν. Μόνο ένας ηλίθιος θα ζητούσε να σταματήσουν τώρα τα γεωτρύπανα για να μην υπάρξει στο μέλλον κίνδυνος μόλυνσης του περιβάλλοντος. Θα μπορούσε να ζητήσει να επιβληθούν αυστηροί όροι ασφάλειας στις εταιρείες. Όχι όμως να μην μπουν γεωτρύπανα. Δεν έχει λογική. Σε μία τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να απαγορεύσει και την διέλευση των πλοίων που μεταφέρουν πετρέλαιο από τα εθνικά και διεθνή ύδατα. Περισσότερες πιθανότητες ατυχήματος υπάρχουν από ένα ναυάγιο απ’ ό,τι από μία δεξαμενή! Η αντίδραση της Τουρκίας δείχνει ποιος είναι ο σωστός δρόμος!

Η ελληνική κυβέρνηση καλείται πλέον να κάνει όλα όσα δεν έκανε όλα τα προηγούμενα χρόνια. Να κτίσει τις διεθνείς της συμμαχίες με τέτοιο τρόπο που να εξασφαλίσει ταυτόχρονα πολλά πράγματα: Και το οικονομικό και το πολιτικό όφελος από τις συμφωνίες της με τις μεγάλες εταιρείες του εξωτερικού. Οι Κύπριοι μας έδειξαν πως γίνεται αυτό. Όποιος φοβάται, ας καθίσει σπίτι του και ας μην ασχοληθεί με τα κοινά.

Στο σημείο αυτό θα πουν κάποιοι ότι έχουν ήδη καλλιεργηθεί πολλές προσδοκίες κι ότι θα πρέπει να είμαστε υπομονετικοί κι ίσως να χαμηλώσουμε τους τόνους. Σε έναν βαθμό έχουν δίκιο. Δεν μπορούμε ακόμη να ξέρουμε τι ακριβώς κρύβεται στο υπέδαφος και ποιο είναι το κόστος εκμετάλλευσης των όποιων κοιτασμάτων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν προετοιμάζεσαι για την επόμενη ημέρα. Πόσο μάλλον όταν οι Τούρκοι δημιουργούν θέματα από εκεί που δεν υπάρχουν και με στόχους που είναι ορατοί δια του γυμνού οφθαλμού.

Όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση αρκετοί άνθρωποι ονομάτισαν την ξέφρενη κούρσα εξοπλισμών των τελευταίων δεκαετιών ως έναν από τους λόγους της υπερχρέωσης της χώρας. Κι είχαν απόλυτο δίκιο. Η μικρή Ελλάδα δαπανούσε για όπλα πάρα πολλά χρήματα κι αυτό επειδή συμβαίνει να γειτνιάζει με ένα κράτος ταραξία! Η Τουρκία δεν υπήρξε στο παρελθόν καλός γείτονας και δεν θα υπάρξει στο μέλλον.

Οι εταίροι μας στην ΕΕ όχι μόνο δεν έχουν βοηθήσει να αυξηθεί η αίσθηση της ασφάλειας στους Έλληνες, αλλά φρόντισαν να κερδοσκοπήσουν ασύστολα σε βάρος μας. Η πολεμική βιομηχανία της Ευρώπης οφείλει πολλά στην προοπτική μιας ελληνοτουρκικής σύρραξης!

Παρόλα αυτά, αν είχαμε χρησιμοποιήσει σωστά τα χρήματα που έχουμε δαπανήσει για εξοπλισμούς, αυτή την στιγμή η δυνατότητα της χώρας να αμυνθεί αποτελεσματικά έναντι οποιουδήποτε αμφισβητούσε τα κυριαρχικά της δικαιώματα θα ήταν αδιαμφισβήτητη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι ξοδέψαμε πολλά χρήματα για την άμυνα της χώρας, αλλά ότι οι δαπάνες εκείνες αποδεικνύονται σήμερα ανεπαρκείς!

Οι αποθήκες μας είναι σήμερα γεμάτες με υπερσύγχρονα όπλα που σαπίζουν. Είτε επειδή δεν υπάρχει το απαραίτητο προσωπικό, είτε επειδή τελικά δεν τα χρειαζόμασταν. Η Ελλάδα δεν αγόραζε όπλα με βάση τις δικές της ανάγκες, αλλά με βάση την ανάγκη της διεθνούς αμυντικής βιομηχανίας να αυξήσει τους τζίρους και την κερδοφορία της. Γύρω από τους εξοπλισμούς στήθηκε ένας χορός δισεκατομμυρίων σε μίζες και δωροδοκίες. Αν για κάτι θα έπρεπε να συρθούν στα δικαστήρια οι επίορκοι δεν είναι μόνο ότι δέχτηκαν δώρα, ότι δωροδοκήθηκαν, αλλά και το γεγονός ότι με την στάση τους μείωσαν σημαντικά την αμυντική ικανότητα της χώρας τους. Πρόκειται για πράξη εθνικής προδοσίας.

Η συζήτηση δεν πρέπει να γίνεται μόνο για τον Άκη Τσοχατζόπουλο και την παρέα του. Αλήθεια, έχουν ποτέ διερευνήσει οι κύριοι υπουργοί άμυνας (τι λέμε τώρα) πόσοι αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας προσελήφθησαν από εταιρείες εμπορίας όπλων αμέσως μετά την συνταξιοδότησή τους; Δεν ήταν μόνο ο Άκης. Είναι πιο πολύπλοκο το θέμα και όσοι ασχολούνται με θέματα άμυνας το γνωρίζουν! Ολόκληρα «συστήματα» δημιούργησαν «ταμεία» από τις μίζες των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Συστήματα που έχουν κάθε λόγο να μην αλλάξει το παραμικρό στον τρόπο λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων και του τρόπου επιλογής των εξοπλιστικών του προγραμμάτων.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το θέμα. Η χώρα χρειάζεται όπλα. Χρειάζεται άμυνα. Αλλά πάνω απ’ όλα χρειάζεται διαδικασίες και θεσμούς. Με τους επίορκους να έχουν αναλάβει όλες τις νευραλγικές θέσεις, είναι αμφίβολο αν μπορεί να λειτουργήσει κι αυτή ακόμη η Δημοκρατία.

Χρειαζόμαστε Ένοπλες Δυνάμεις άρτια εξοπλισμένες και σωστά οργανωμένες. Ήταν τραγικό λάθος της κυβέρνησης Σαμαρά ο χειρισμός των ειδικών μισθολογίων. Η ισοπεδωτική λογική με την οποία αντιμετωπίστηκαν άπαντες. Κι ειδικά οι άνδρες των Ενόπλων Δυνάμεων. Θα μπορούσε να συζητήσει κανείς για το γεγονός ότι διαθέτουμε περισσότερους στρατηγούς απ’ ό,τι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Θα μπορούσε να συζητήσει πολλά πράγματα. Αλλά όχι να κάνει περικοπές από τον μάχιμο που παίζει κάθε μέρα την ζωή του κορώνα γράμματα σε αερομαχίες στο Αιγαίο.

Μία χώρα για να περιφρουρήσει τα δίκαιά της πρέπει να είναι δυνατή. Στον κόσμο μας δεν επικρατεί το δίκαιο των λαών, αλλά το δίκαιο των ισχυρών. Η υπόθεση των πετρελαίων θα φέρει αργά ή γρήγορα στο προσκήνιο και πάλι το θέμα των εξοπλισμών. Όταν έχεις μία Τουρκία να απειλεί με αυτό τον τρόπο και ταυτόχρονα την τύχη να διαθέτεις κατά φαντασία ομοτράπεζους εταίρους σε μία φανταστική Ένωση, όπως είναι η ΕΕ, τότε δεν σου μένουν και πολλοί δρόμοι. Οι διεθνείς συμμαχίες και ο βαθμός ετοιμότητας των ενόπλων δυνάμεών μας είναι ο μόνος ασφαλής. Εκτός κι αν οι κάτοικοι της Γαύδου θα πρέπει από τώρα να εκκενώσουν το νησί. Για να μην δυσαρεστηθούν οι γείτονές μας και οι εγχώριοι θαυμαστές τους.


Θανάσης Μαυρίδης

capital.gr


Πηγή:www.capital.gr


Πηγή:www.capital.gr

Οι ηγέτες μιλούν για ανάπτυξη, οι επιχειρήσεις προετοιμάζονται για τα χειρότερα

Οι ηγέτες της Ευρώπης αρχίζουν δειλά δειλά να κάνουν τις πρώτες δηλώσεις για οικονομική ανάκαμψη. «Η ανάπτυξη αναμένεται να πάρει τα πάνω της στο δεύτερο εξάμηνο του 2012 και να ‘ανεβάσει’ ταχύτητα το 2013», έγραψε σε μία στήλη των Financial Times στις 10 Δεκεμβρίου ο Olli Rehn, Επίτροπος για Οικονομικές και Νομισματικές Υποθέσεις.

Ακούγεται ενθαρρυντικό -αλλά η «Ευρώπη Α.Ε.» δεν το χάβει. Από τις χαλυβουργίες έως και τις πωλήτριες σαμπουάν, οι επιχειρήσεις της περιοχής προετοιμάζονται για αυτό που προβλέπουν ότι θα είναι χρονιά στασιμότητας.

Στην τελευταία «παράσταση» απαισιοδοξίας, ο χαλυβουργικός κολοσσός ArcelorMittal ανακοίνωσε ότι προχωρά σε απομείωση της αξίας των ευρωπαϊκών μονάδων του κατά 4,3 δισ. δολάρια. Η ζήτηση χάλυβα στην περιοχή έχει ήδη συρρικνωθεί σε ποσοστό 29% από το 2007, ανέφερε η εταιρεία. «Αυτό το περιβάλλον ασθενέστερης ζήτησης αλλά και οι προσδοκίες ότι θα διατηρηθεί στον εγγύς και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, μάς οδήγησαν σε υποβάθμιση των εκτιμήσεων για τις ταμειακές ροές».

Με δημοσιονομικό γκρεμό ή χωρίς, οι ΗΠΑ φαίνονται πολύ πιο ελκυστικές στην ArcelorMittal από ό, τι η Ευρώπη. Η κατανάλωση χάλυβα στις ΗΠΑ έχει αυξηθεί κατά σχεδόν 8% το τρέχον έτος, έναντι μείωσης 8% στην Ευρώπη, όπου η εταιρεία πραγματοποιεί το 50% των πωλήσεών της. Το ποσό της απομείωσης αντανακλά «την αρνητική εκτίμηση για το σύνολο της ευρωπαϊκής αγοράς χάλυβα», σημείωσαν οι αναλυτές της UBS Investment Research μετά την ανακοίνωση.

Το μήνυμα ήταν σχεδόν το ίδιο από τον γαλλικό όμιλο τροφίμων Danone στις 13 Δεκεμβρίου, όταν ανακοίνωσε τα σχέδιά του να περικόψει το κόστος στις ευρωπαϊκές του μονάδες κατά 262 εκατ. δολάρια σε διάστημα δύο ετών για να αντιμετωπίσει «μια ευρωπαϊκή επιβράδυνση που θα έχει διάρκεια». Εκτός από την «προσαρμογή του κόστους στις νέες αυτές συνθήκες», ανέφερε η εταιρεία, θα «αναμορφώσουμε την οργάνωση της διαχείρισης στην Ευρώπη, η οποία έχει σχεδιαστεί για ένα αναπτυξιακό περιβάλλον».

Τέτοιους είδους επιχειρηματικές αποφάσεις έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις συγκρατημένα αισιόδοξες προβλέψεις των κυβερνητικών αξιωματούχων τις τελευταίες εβδομάδες. Η εθνική στατιστική υπηρεσία της Γαλλίας, Insee προέβλεψε «μικρή ανάκαμψη» στη χώρα στο πρώτο εξάμηνο του 2013, ενώ η κεντρική τράπεζα της Ιταλίας «βλέπει» επιστροφή στην ανάπτυξη στο δεύτερο μισό του έτους. Η Ισπανία αναμένει ανάκαμψη το 2014.

Με μια πιο προσεκτική ματιά όμως, βλέπει κανείς ότι αυτές οι προβλέψεις δεν είναι λόγος για γιορτή. Η Insee για παράδειγμα, προβλέπει τριμηνιαίο ρυθμό ανάπτυξης στη Γαλλία μόλις 0,1% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2013 έπειτα από συρρίκνωση 0,2% του ΑΕΠ το τρέχον τρίμηνο. Η υπηρεσία λέει επίσης ότι η ανεργία είναι πιθανό να φτάσει το 10,9% το επόμενο έτος, από το σημερινό 10,7%.

Οι επίσημες προβλέψεις για την ανάπτυξη της Ισπανίας έχουν ευρέως απορριφθεί ως υπερφιλόδοξες. 18 οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση του Bloomberg αναμένουν ότι η ισπανική οικονομία θα συρρικνωθεί 1,5% το επόμενο έτος, δηλαδή το τριπλάσιο από ό,τι προβλέπει η κυβέρνηση της χώρας. Αν ο πρωθυπουργός Mariano Rajoy αναγκαστεί να ζητήσει ευρωπαϊκή διάσωση, τα πιθανά μέτρα λιτότητας που θα απαιτηθούν θα εντείνουν την ύφεση.

Δεν προκαλεί μεγάλη έκπληξη λοιπόν που η εταιρική Ευρώπη «παίζει» εκ του ασφαλούς. «Είμαστε υποψήφιοι για τουλάχιστον μια δεκαετία αργής οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρώπη», δήλωσε ο Paul Polman, διευθύνων σύμβουλος του αγγλο-ολλανδικού κολοσσού καταναλωτικών αγαθών Unilever, σε συνέντευξη στο Bloomberg News στις 12 Δεκεμβρίου. «Εάν διοικείς μια επιχείρηση σαν τη δική μου και δεν κάνεις αυτή την υπόθεση, τότε κοροϊδεύεις τον εαυτό σου. Ελπίζω για το καλό της Ευρώπης να κάνω λάθος, αλλά ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, θα είμαστε σε καλύτερη θέση, αν θέσουμε αυτό ως αφετηρία μας».

capital.gr

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Derivatives, Swaps & Contracts

Κάθε ένας από εμάς είναι εκτεθειμένος σε παράγωγα προϊόντα. Συχνά οι τράπεζες ή οι διαχειριστές κεφαλαίων αξιοποιούν τις αποταμιεύσεις μας για να πραγματοποιήσουν συναλλαγές σε παράγωγα. Αυτά έχουν την δυνατότητα να ωθούν τις αποδόσεις των επενδύσεων ή να βοηθούν στη διαχείριση του κινδύνου. Ο «γκουρού» των επενδύσεων, Warren Buffet έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι, τα παράγωγα αποτελούν «χρηματοοικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής» και οι επενδυτές τα χρησιμοποιούν συχνά ως μέσο κερδοσκοπίας και όχι ως επενδυτικό όχημα. Τα λόγια αυτά θα έπειθαν τον οποιοδήποτε πως ο Buffett θα ήταν ο τελευταίος άνθρωπος στον πλανήτη που θα τα χρησιμοποιούσε. Προφανώς και δεν ισχύει αυτό. Στην πραγματικότητα ο ίδιος ο Buffett είναι πολύ μεγάλος -ίσως ο μεγαλύτερος- trader παραγώγων στον κόσμο.
 
Το παράγωγο είναι ένα χρηματοοικονομικό εργαλείο η τιμή του οποίου, εξαρτάται ή προκύπτει από μία η περισότερες μεταβλητές. Πρόκειται ουσιαστικά για μια σύμβαση ανάμεσα σε δύο μέρη που καθορίζει τις συνθήκες (ημερομηνίες, ονομαστικά ποσά, τιμή αποτελέσματος των μεταβλητών) υπό τις οποίες θα γίνουν οι πληρωμές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures),οι προθεσμιακές συμβάσεις, τα δικαιώματα προαίρεσης (options) και τα swaps αποτελούν τους πιο διαδεδομένους τύπους παραγώγων. Οι επενδυτές λιανικής προτιμούν τα options και τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης και σε αυτό το άρθρο θα μιλήσουμε για τα options που θα μπορούσαν να χαρίσουν ισχυρά πλεονεκτήματα στους επενδυτές.

Πολλοί επενδυτές έχουν ακούσει ιστορίες τρόμου για τα options, που τα παρουσιάζουν ως «πολύ επικίνδυνα ή ως περίπλοκα ή  κερδοσκοπικά» προϊόντα. Σε κάθε περίπτωση όμως αποτελεί γεγονός ότι τα options και άλλα παράγωγα προϊόντα έχουν χτίσει αλλά και αφανίσει ολόκληρες περιουσίες. Λόγω της κακής τους φήμης, οι επενδυτές συχνά παραβλέπουν την πραγματική τους διάσταση. Τα options δεν είναι καθόλου επικίνδυνα εάν γνωρίζει κανείς πώς να τα χρησιμοποιεί χωρίς να τα καταχράται και ο μόνος τους κίνδυνος έγκειται σε κερδοσκοπικές στρατηγικές που ορισμένοι traders χρησιμοποιούν χωρίς να γνωρίζουν τη βασική θεωρία (Implied volatility, probabilities, time decay, greeks) πίσω από αυτά. Οι περισσότεροι από όσους προσπαθούνε να κερδοσκοπήσουν με τα options χάνουν χρήματα, αλλά αυτό δεν τους αποτρέπει από το να συνεχίζουν.

Στην πραγματικότητα εάν κατανοήσει κανείς τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των options τότε θα εκτιμήσει το γεγονός ότι αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με τις μετοχές και να παράγουν εισόδημα. Πιστεύω ειλικρινά ότι η χρηματιστηριακή αγορά είναι μια αποτελεσματική αγορά -ειδικά αυτή των ΗΠΑ- και οι επενδύσεις είναι ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Η επένδυση έχει να κάνει αποκλειστικά με τις πιθανότητες και την στρατηγική. Σημαίνει να περιορίζεις το περιθώριο ανόδου της απόδοσης της με αντάλλαγμα μια υψηλότερη πιθανότητα επιτυχίας. Κάθε επιτυχημένο hedge fund έχει υιοθετήσει αυτή την προσέγγιση για χρόνια. Η χρήση των options ως επενδυτικό μέσο θα μπορούσε να προσφέρει πραγματικό πλεονέκτημα στην χρηματιστηριακή αγορά που θα αύξανε τις πιθανότητες επιτυχίας. Προτού εξετάσουμε δύο απλές στρατηγικές που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν ένα μηνιαίο αξιοπρεπές εισόδημα για το χαρτοφυλάκιό σας, θα πρέπει να εξηγήσουμε τι είναι ένα δικαίωμα προαίρεσης (option).

Το option αντιπροσωπεύει ένα συμβόλαιο που πωλείται από ένα μέρος (εκδότης) σε ένα άλλο μέρος (αγοραστής). Το συμβόλαιο προσφέρει στον αγοραστή το δικαίωμα, όχι την υποχρέωση (το αντίθετο ισχύει για τον πωλητή), να αγοράσει ή να πουλήσει μια μετοχή, σε μια προσυμφωνημένη τιμή (τιμή εξάσκησης) έως μια καθορισμένη ημερομηνία λήξης (ημερομηνία άσκησης). Κάθε συμβόλαιο αφορά 100 μετοχές και ο αγοραστής καταβάλλει ένα ασφάλιστρο στον πωλητή για το δικαίωμα αυτό.

Υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες συμμετεχόντων στην αγορά των options ανάλογα με το ρόλο τους: οι αγοραστές και οι πωλητές των δικαιωμάτων προαίρεσης αγοράς (call) και οι αγοραστές και οι πωλητές των δικαιωμάτων προαίρεσης πώλησης (put).Τα call options δίνουν τη δυνατότητα αγοράς μιας μετοχής σε συγκεκριμένη τιμή για αυτό και ο αγοραστής επιθυμεί να ενισχυθεί η τιμή της μετοχής για να επωφεληθεί από την κίνηση αυτή, ενώ ο πωλητής του option επιθυμεί η μετοχή να μην ξεπεράσει την τιμή εξάσκησης της στην ημερομηνία λήξης ώστε να λάβει ολόκληρο το premium.

Τα put option δίνουν την δυνατότητα πώλησης σε συγκεκριμένη τιμή για αυτό και σε αυτήν την περίπτωση ο αγοραστής θα ήθελε να δει την μετοχή να υποχωρεί, ενώ ο πωλητής επιθυμεί το κλείσιμο της μετοχής πάνω από την τιμή εξάσκησης στην ημερομηνία λήξης ώστε να λάβει ολόκληρο το premium.

Να έχετε κατά νου ότι ο αγοραστής ενός option (call και put) έχει κερδοσκοπικές βλέψεις λόγω της μόχλευσης που παρέχει μια σύμβαση (αντιπροσωπεύει 100 μετοχές) και του απεριόριστου κέρδους που θα μπορούσε να παραχθεί με ελάχιστο ρίσκο. Από την άλλη πλευρά, ο πωλητής ενός option έχει περιορισμένο κέρδος, υψηλό ρίσκο αλλά σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας. Η πλειονότητα των μεμονωμένων επενδυτών αγοράζουν calls και puts αλλά παραδόξως κάθε πετυχημένο hedge fund προτιμά να πουλά calls και puts. Μελέτες του CBOE (Chicago Board of Exchange) έχουν δείξει πως το 80% των options λήγουν άνευ αξίας και αυτό σημαίνει ότι, οι πωλητές των options λαμβάνουν το σύνολο της πριμοδότησης κατά την ημερομηνία λήξης. Θα προτείνω δύο στρατηγικές που μπορούν να δώσουν στους ιδιώτες επενδυτές ένα πραγματικό πλεονέκτημα στην χρηματιστηριακή αγορά.

Μια από τις δημοφιλέστερες στρατηγικές για την δημιουργία επιπλέον εισοδήματος κάθε μήνα και τη μείωση της βάσης κόστους μιας μετοχής είναι η στρατηγική "covered call". Αν είστε νέοι στην αγορά των options, αυτή είναι μια καλή στρατηγική για να ξεκινήσετε. Το σκεπτικό είναι ότι κατέχετε μία μετοχή και στη συνέχεια πουλάτε ένα " out of the money call option" σε μηνιαία βάση ως μέσο είσπραξης ενοικίου (ή "μερίσματος").

Εάν η τιμή της μετοχής ξεπεράσει την τιμή εξάσκησης στην ημερομηνία λήξης, τα call options θα εξασκηθούν εναντίον σας και η μετοχή θα πουληθεί, αλλά σε κάθε περίπτωση εσείς θα αποκομίσετε κέρδος αφού θα έχετε αγοράσει ήδη τις μετοχές σε χαμηλότερη τιμή. Εάν η μετοχή παραμείνει αμετάβλητη, τότε θα είστε σε καλύτερη θέση καθώς θα εισπράξετε το call premium. Εάν η μετοχή υποχωρήσει υπάρχει το «μαξιλάρι» του call premium  που συλλέξατε, άρα μειώνετε τη βάση κόστους της μετοχής.

Ας υποθέσουμε ότι κατέχετε 100 μετοχές του Facebook (FB) και προβλέπετε ότι η τιμή της μετοχής δεν θα κινηθεί ανοδικά τις επόμενες εβδομάδες. Η μετοχή διαπραγματεύεται στα 27,50 δολάρια και εσείς μπορείτε να πουλήσετε ένα call option που λήγει τον Ιανουάριο του 2013 στην τιμή εξάσκησης των $30 και να βάλετε στην τσέπη «premium» της τάξης των $85. Η πιθανότητα σε αυτή την περίπτωση το call να λήξει άνευ αξίας ανέρχεται στο 72%. Εάν επιθυμείτε να λάβετε μικρότερο premium θα πρέπει  να επεκταθείτε πέραν της τιμής εξάσκησης των $30.

Εάν οι μετοχές του Facebook(FB) παραμείνουν κάτω από τα $30 έως την τρίτη Παρασκευή του Ιανουαρίου, οπότε και λήγει το option, κρατάτε το premium. Το premium που λαμβάνετε παρέχει επίσης κάποια προστασία έναντι πιθανής υποχώρησης, της τάξης των 0,85 σεντς και αυτό μειώνει το βασικό κόστος στα $26,65. Πουλώντας ένα covered call παραιτήστε της όποιας ανατίμησης, καθώς εάν η τιμή του Facebook ξεπεράσει την τιμή εξάσκησης που σε αυτή την περίπτωση είναι $30 στην ημερομηνία λήξης, αναγκάζεστε να πουλήσετε τις μετοχές σας, αλλά λαμβάνετε μια απόδοση της τάξης του 9% σε μόλις 40 ημέρες. Εάν προσθέσετε και το premium η απόδοσή σας θα φτάσει το 12%. Από την άλλη πλευρά ένας αγοραστής call χρειάζεται την αύξηση της τιμής της μετοχής κατά περισσότερο από 12% ώστε να αρχίσει να κερδίζει κάποια χρήματα.

Ας εξετάσουμε τώρα μια ακόμα περίπτωση, η οποία θα σας δώσει ένα πραγματικό πλεονέκτημα στην χρηματιστηριακή αγορά. Υποθέστε ότι, είστε bullish για την μετοχή του Facebook (FB) μακροπρόθεσμα και αντί να αγοράσετε την μετοχή στα $27,50, αποφασίζετε ότι θα θέλατε να αγοράσετε 100 μετοχές στα $25. Αλλά δεν γνωρίζετε εάν η μετοχή θα υποχωρήσει στα $25 ώστε να αγοράσετε 100 μετοχές του Facebook. Αυτό που θα μπορείτε να κάνετε είναι να πουλήσετε ένα put option και μέσω αυτού να φτάσετε στην μετοχή. Όταν πουλάτε puts, αντί να αγοράσετε μια μετοχή στην ουσία βάζετε κάποιον να σας πληρώσει να αγοράσετε τη μετοχή. Σε αυτή την περίπτωση ένα put με τιμή εξάσκησης στα $25 θα σας δώσει ένα premium της τάξης των $80 με πιθανότητα 68% το put που μόλις πουλήσατε να λήξει άνευ αξίας. Εάν η τιμή της μετοχής του Facebook(FB) διατηρηθεί κάτω από τα $25 λαμβάνετε $80 και σας μεταβιβάζεται η μετοχή με τιμή $25 (100 μετοχές *25). Σε αυτή την περίπτωση αγοράσατε την μετοχή μετά από 40 μέρες 10% χαμηλότερα από αυτό που θα μπορούσατε να την έχετε αγοράσει. Το να πουλήσετε  puts αντί να αγοράσετε μια μετοχή ενέχει λιγότερο ρίσκο από το να αγοράσετε την μετοχή. Εάν η μετοχή κινηθεί ανοδικά ή στα ίδια επίπεδα κερδίζετε χρήματα ($80), ενώ εάν υποχωρήσει κάτω από τα $25, και πάλι έχετε αγοράσει την μετοχή με μειωμένη τιμή.

Ο Warren Buffet διαχειρίζεται το ρίσκο του πουλώντας μόνο options και θεωρεί ότι, τα options αποτελούν επενδυτικό εργαλείο και τα options με υψηλότερη εκτιμώμενη μεταβλητότητα σε σύγκριση με την ιστορική μεταβλητότητα αντιπροσωπεύουν ευκαιρίες επένδυσης. Έχει πουλήσει put options και μετοχές αλλά και δείκτες όπως ο S&P 500, ο FTSE 100, ο Euro Stoxx 50 και ο ιαπωνικός Nikkei 225. Επιπλέον πούλησε μακροπρόθεσμα puts σε αρκετούς δείκτες όταν ο SPX βρισκόταν πάνω από τις 1400 μονάδες και ο VIX (Volatility Index) ήταν πάνω από τις 20 μονάδες (η υψηλότερη μεταβλητότητα δίνει περισσότερο premium). Ένας ακόμα τρόπος που ο Buffet «βλέπει» τα puts είναι σαν να πουλά ασφάλιση και οι αγοραστές put να «κλείνουν» ασφαλιστήρια συμβόλαια. Η αγορά των option σας επιτρέπει να δραστηριοποιηθείτε στην ασφαλιστική αγορά. Οι ιδιώτες επενδυτές πρέπει επομένως να είναι πρόθυμοι να αγοράσουν την υποκείμενη αξία στην τιμή εξάσκησης που πωλήθηκε και αυτός είναι ο λόγος που οι έμπειροι traders πουλάνε puts για να αγοράσουνε μετοχές.

Η χρήση στρατηγικών με καθορισμένη αμοιβή (μικρά κέρδη τις περισσότερες φορές), αλλά με μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας, είναι ο μόνος αξιόπιστος τρόπος για την δημιουργία πλούτου και υπεραπόδοσης στην χρηματιστηριακή αγορά σε μακροπρόθεσμη βάση. Οι επενδυτές πρέπει να επικεντρώνονται στο δυνάμει κέρδος το οποίο μπορεί να χρειαστεί να στερηθούν προκειμένου να λάβουν μια συγκεκριμένη πιθανότητα να το αποκτήσουν. Ξεχάστε τι θα έλεγε ένας αναλυτής για συγκεκριμένες μετοχές και για την αγορά και ξεκινήστε να χρησιμοποιείτε απλές στρατηγικές που θα μπορούσαν να σας δώσουν πλεονέκτημα σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Όταν η Apple διαπραγματευόταν στα $700 κάθε αναλυτής και κάθε χρηματιστηριακή εταιρεία εκτιμούσε ότι θα φτάσει τα $1000. Τώρα βρίσκεται στα επίπεδα των $550 και οι ίδιοι αναλυτές δίνουν τιμή-στόχο για την μετοχή τα $420. Αυτό είναι το λάθος των οικονομικών μέσων ενημέρωσης και των αναλυτών: κανείς δεν προτείνει την επένδυση σε μετοχές που είναι σχετικά φθηνές τώρα συγκριτικά με 3 μήνες πριν. Ξεχάστε τους και ξεκινήστε απλές στρατηγικές που θα μπορούσαν να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας σε μακροπρόθεσμη βάση με την επανάληψη της διαδικασίας. Η τεχνολογία είναι διαθέσιμη δωρεάν και οι ιδιώτες επενδυτές έχουν πρόσβαση σε κάθε χρηματιστηριακή αγορά ανά τον κόσμο και σε τόσα πολλά ρευστοποιήσιμα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι να σας δώσει τροφή για σκέψη αναφορικά με την συμμετοχή σας στην χρηματιστηριακή αγορά μέσω μιας πραγματικής επενδυτικής στρατηγικής και όχι μέσω της κερδοσκοπίας.

* Ο κ. Μιλτιάδης Χανδρής είναι πιστοποιημένος trader 

miltiadischandris@gmail.com

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Η περίπτωση της πτώσης της μετοχής της Apple στα 270 δολάρια

Η μετοχή της Apple έχει πάρει την κατιούσα. Τον Σεπτέμβριο έφτασε στο ιστορικό υψηλό των 705 δολαρίων. Στις ηλεκτρονικές συναλλαγές της Δευτέρας όμως, πέρασε προς στιγμήν κάτω από το ψυχολογικό όριο των 500 μονάδων.Υπάρχει ένας τουλάχιστον αναλυτής που προβλέπει ότι η κατρακύλα δεν πρόκειται να σταματήσει εδώ. Από τον Ιανουάριο, ο Edward Zabitsky της καναδικής ACI Research προειδοποιεί ότι η μετοχή της Apple οδεύει προς τα 270 δολάρια ανά μετοχή. Και πλέον "βλέπει" πως η τιμή της θα φτάσει σε αυτό το επίπεδο σε 12 μήνες. Ο Zabitsky, ο οποίος κατατάσσεται από την StarMine ως ο κορυφαίος stockpicker των κλάδων ημιαγωγών και ημιεξοπλισμού εξηγεί πως η απαισιόδοξη οπτική του για την Apple στηρίζεται στον αυξημένο ανταγωνισμό, τη μειούμενη ελκυστικότητα της εμπειρίας του App Store αλλά και την αμφισβήτηση γύρω από το μάνατζμεντ και την ικανότητα της διοίκησης της Apple να συνεχίζει να καινοτομεί περισσότερο από ένα χρόνο μετά το θάνατο του ιδρυτή Steve Jobs. Ιδού τα επιχειρήματά του:

Ο ανταγωνισμός από τη Microsoft

Η Microsoft (MSFT) συνεχίζει να κάνει προσπάθειές για να αναθερμάνει τη σχέση της με τους καταναλωτές και να διατηρήσει την κυριαρχία της στον κλάδο των επιχειρήσεων. Τα βασικά της προϊόντα, όπως τα Office, Skype / Lync, Xbox και Skydrive καθίστανται προσβάσιμα από διάφορες πλατφόρμες. Η στρατηγική της Microsoft είναι να επεκτείνει την κυριαρχία της από τους τομείς του λογισμικού για επιχειρήσεις,  των desktop και των notebook στις ταμπλέτες και τα τηλέφωνα.

Ο ανταγωνισμός από τη Samsung

Η Samsung (005930) είναι ο ηγέτης των smartphone. Το Galaxy S II και το Galaxy Nexus επέτρεψαν στην Samsung να αρπάξει μερίδιο αγοράς από άλλους πωλητές λειτουργικού συστήματος Android. Τώρα τα Galaxy S ΙΙΙ και Galaxy Note II απειλούν την κυριαρχία της Apple στις συσκευές προηγμένης τεχνολογίας. Η Samsung έχει πουλήσει περισσότερα από 30 εκατομμύρια GS3s και 5 εκατομμύρια G-Note 2s. Τα τηλέφωνα αυτά έχουν ηγετική θέση στις μεγάλες οθόνες για προβολή βίντεο. Το interface του G-Note είναι ίσως η μεγαλύτερη αναβάθμιση της Samsung σε επίπεδο User Interface μέχρι σήμερα. Το GS3 δημιουργεί σοβαρό ανταγωνισμό για το iPhone.

Εφαρμογές Web vs App Store

Η εξάπλωση των δικτύων 4G επιταχύνεται, ενώ οι αναβαθμίσεις του ίντερνετ επιτρέπουν στο Facebook (FB), την Amazon (AMZN), την Netflix (NFLX) και το You Tube να έχουν τον έλεγχο της παρουσίας τους στα κινητά τηλέφωνα. Χρησιμοποιούν εφαρμογές Web, για να αποφύγουν το App Store και οι καταναλωτές αρχίζουν να το προσέχουν. Το γεγονός ότι οι δυσαρεστημένοι με τους χάρτες της Apple πελάτες του iPhone 5 μπορούν εύκολα να επιστρέψουν στην χρήση των χαρτών της Google (GOOG) δείχνει ότι ο σύνδεσμος της Apple με τον καταναλωτή -και την ικανότητά της να παράγει υψηλά περιθώρια κέρδους- εξασθενεί.

Ηγεσία

Η διχόνοια εντός της διοίκησης στο Cupertino, όπως κατέστη εμφανής από την πρόσφατη αποπομπή του Scott Forstall, του επικεφαλής της ομάδας διαχείρισης του λειτουργικού συστήματος iOS της Apple είναι άλλος ένας λόγος ανησυχίας. Η Apple, υποστηρίζει ο Zabitsky, πρέπει να «ενοποιήσει περισσότερο τις ομάδες διαχείρησης των Mac και των  iOS. Πάνω και πέρα από την ικανότητά του να καινοτομεί, ο Steve Jobs ήταν μια ενωτική δύναμη που μπορούσε να προκαλέσει τον καθέναν να βγάλει τον καλύτερό του εαυτό». Ο αναλυτής θεωρεί πως το φιάσκο με τους χάρτες της Apple δεν θα είχε συμβεί υπό την ηγεσία του Steve Jobs.

Του

capital.gr

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

"Εγκλωβισμένο" το Brent ανάμεσα στα 90 με 125 δολάρια το 2013

Η τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent κινείται τα τελευταία έτη εντός ενός σχετικά σταθερού εύρους διακύμανσης, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα και ιδιαίτερα σε σύγκριση με προηγούμενα έτη που κατέγραφε ακραία άνοδο ή πτώση. Εκτίμησή μας είναι πως το 2013 το εύρος διακύμανσης θα παραμείνει στενό, καθώς το brent έχει για την ώρα «στριμωχτεί» ανάμεσα σε πολλούς, εξίσου σημαντικούς, παράγοντες, που συνδυαστικά αναμένεται να κρατήσουν την τιμή εγκλωβισμένη μεταξύ των 90 και 125 δολαρίων τα προσεχή έτη.

Στη διάρκεια των τελευταίων δυο ετών, το brent αποτελούσε παγκόσμιο σημείο αναφοράς για την πλειονότητα των φυσικών συναλλαγών πετρελαίου, ενώ καθίστατο σταδιακά το προτιμώμενο εμπόρευμα για τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια. Πολύ πρόσφατα είδαμε δύο από τους δημοφιλέστερους δείκτες εμπορευμάτων, τον S&P GSCI και τον DJ-UBS, να ανακοινώνουν ακόμα μια ποσοστιαία αύξηση του ειδικού βάρους του brent στο χαρτοφυλάκιό τους για το 2013 είς βάρος του αργού West Texas Intermediate, το οποίο συνεχίζει μεν να διατηρεί τη μεγαλύτερη στάθμιση, ωστόσο αυτή είναι σημαντικά μειωμένη σε σχέση με προηγούμενα έτη.

Οι απότομες αυξήσεις της τιμής του brent εντός του 2010 και του 2011 ήταν κυρίως αποτέλεσμα των είτε μικρών είτε μεγάλων φόβων για διακοπή της παραγωγής, με ιδιαίτερη επίδραση  από τον εμφύλιο πόλεμο στη Λιβύη στις αρχές του 2011 αλλά και τις κυρώσεις κατά του Ιράν λόγω της αβεβαιότητας γύρω από το πυρηνικό του πρόγραμμα στις αρχές του 2012. Στήριξη στην τιμή προσέφερε επίσης η περιορισμένη διατάραξη της παραγωγής αργού σε Σουδάν, Νιγηρία, Συρία και Βόρεια Θάλασσα.

Σε αντίθεση με την επίδραση των φόβων για διακοπές στην προμήθεια πετρελαίου, η  παγκόσμια οικονομία διατήρησε σχετικά αργούς ρυθμούς, επιφέροντας μόνο μικρή αύξηση στην παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου. Ενίοτε, οι ανησυχίες για την ύφεση, που κυριεύουν σήμερα την Ευρώπη και άλλες περιοχές του κόσμου δρούσαν αντισταθμιστικά  προς τις παραπάνω ανησυχίες για την παραγωγή, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται μικρές (αλλά και μερικές μεγάλες) διορθώσεις της τιμής.

Ως αποτέλεσμα, η μέση τιμή του brent παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη τα τελευταία δύο χρόνια στα 110,75 δολάρια το βαρέλι το 2011 και στα 111,70 δολάρια το βαρέλι μέχρι στιγμής το 2012. Το παρακάτω διάγραμμα δείχνει την κατανομή του όγκου συναλλαγών για το συμβόλαιο ενός μήνα από τον Ιανουάριο του 2011 και δεν αποτελεί έκπληξη ότι το αποτέλεσμα συνάδει με τα συμπεράσματα για τη μέση τιμή. Ποσοστό σχεδόν 9% του συνολικού όγκου συναλλαγών τα τελευταία δύο έτη πραγματοποιήθηκε σε τιμές μεταξύ 110 και 111 δολαρίων, ενώ το 54% σε τιμές που κυμάνθηκαν σε στενό εύρος 9 δολαρίων –μεταξύ των 106 και των 115 δολαρίων.

Η γραμμή της καθοδικής τάσης, όπως φαίνεται παρακάτω, είναι σχετικά μακρύτερη από αυτή της ανοδικής τάσης. Αυτό μπορεί, μεταξύ άλλων, να οφείλεται στην παρουσία των κερδοσκόπων επενδυτών, όπως τα hedge funds και οι traders. Οι κερδοσκόποι επενδυτές αντιδρούν στις κινήσεις της αγοράς είτε αυξάνοντας είτε μειώνοντας την έκθεση τους και οι δύο κορυφές της τιμής πετρελαίου (που παρουσιάζονται στο παραπάνω διάγραμμα) αντικαταστάθηκαν και οι δύο από ένα μικρό και ένα μεγάλο sell-off, καθώς αναγκάστηκαν να μειώσουν τις ζημιογόνες θέσεις τους. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένων διαστημάτων ρευστοποίησης συχνά διαπιστώνουμε πως οι κινήσεις επεκτείνονται πέραν των επιπέδων που δικαιολογούνται από τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.



Τώρα που έχουμε ορίσει δύο από τις σημαντικότερες κινητήριες δυνάμεις πίσω από την τιμή του πετρελαίου -γεωπολιτικές ανησυχίες και κερδοσκοπικές επενδυτικές ροές- ας ρίξουμε μια ματιά σε κάποιους από τους άλλους λόγους που πιστεύουμε ότι η τιμή του πετρελαίου θα παραμείνει σε στενό εύρος διακύμανσης στο ορατό μέλλον.

Οι υψηλότερες τιμές οδηγούν τη Σαουδική Αραβία σε αύξηση της παραγωγής

Στις αρχές του 2012, όταν η τιμή του αργού brent ήταν αυξημένη, ακούγαμε συχνές προφορικές παρεμβάσεις του υπουργού Πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας, Al-Naimi, προκειμένου να μειωθεί η τιμή. Δεδομένου ότι η Σ. Αραβία είναι μια από τις μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου στον κόσμο και η μοναδική με πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, ο κόσμος δίνει σημασία στα λόγια του υπουργού της. Μετά την επιβολή εμπάργκο στο ιρανικό πετρέλαιο, η Σ. Αραβία ενίσχυσε την παραγωγή της κατά 10 εκατ. βαρέλια ημερησίως προκειμένου να δηλώσει την πρόθεσή της να επιστρέψει η τιμή του πετρελαίου στα 100 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο που είναι αποδεκτό τόσο από τον παραγωγό όσο και από τον καταναλωτή. Με την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας να παραμένει σε εύθραυστη κατάσταση, οι υψηλές τιμές πετρελαίου λειτουργούν αποτρεπτικά για την ανάπτυξη αλλά και τη ζήτηση.

Απελευθέρωση των Στρατηγικών Αποθεμάτων Πετρελαίου (SPR)

Οι αυξανόμενες τιμές λόγω των γεωπολιτικών αναταραχών ενέχουν επίσης τον κίνδυνο παρέμβασης των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ για να καλμάρουν τις αγορές μέσω της απελευθέρωσης πετρελαίου ή πετρελαϊκών προϊόντων από τα στρατηγικά τους αποθέματα. Τα μέλη της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας είναι υποχρεωμένα να διατηρούν ένα αποθεματικό έκτακτης ανάγκης που θα καλύπτει 90 ημέρες εισαγωγών και για τις ΗΠΑ που είναι η μεγαλύτερη καταναλώτρια χώρα, αυτό φτάνει σήμερα σχεδόν τα 700 εκατ. βαρέλια, σύμφωνα με το υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ. Παρά το γεγονός ότι η απελευθέρωση τον Ιούνιο του 2011 –εξαιτίας της απώλειας της παραγωγής της Λιβύης- είχε περιορισμένη μακροπρόθεσμη επίδραση- η απειλή μιας απελευθέρωσης είναι κάποιες φορές αρκετή να αποτρέψει τους κερδοσκόπους επενδυτές από το να δραστηριοποιηθούν πολύ, εμποδίζοντας έτσι την τιμή να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο.

Ταχεία αύξηση της παραγωγής πετρελαίου των ΗΠΑ

Έξω από τον OPEC, η μεγαλύτερη ανάπτυξη της παραγωγής το 2013 θα έρθει από τις ΗΠΑ. Αυτή η ανάπτυξη έχει ήδη οδηγήσει σε δραματική μείωση των καθαρών εισαγωγών αργού πετρελαίου τα τελευταία πέντε χρόνια. Η αμερικανική Αρχή Πληροφοριών Ενέργειας (EIA) στο ετήσιο Ενεργειακό της Outlook για το 2013 ανέφερε πως «η έλευση και η συνεχής βελτίωση των προηγμένων τεχνολογιών παραγωγής αργού πετρελαίου συνέχισε να αυξάνει την προβλεπόμενη εγχώρια παραγωγή», ενώ εκτιμά πως η παραγωγή θα φτάσει τα 7,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως έως το 2019. Αυτή η αλλαγή κέντρου βάρους στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου κατά την επόμενη δεκαετία θα μπορούσε τελικά, σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας, να χρίσει τις ΗΠΑ μεγαλύτερη παραγωγό πετρελαίου στον κόσμο, πάνω από τη Σαουδική Αραβία. Μια τέτοια αύξηση λογικά θα αυξήσει την απόσταση μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο ραγδαίων αυξήσεων των τιμών σε περιόδους διακοπής της παραγωγής.



Η παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου χρειάζεται υψηλότερες τιμές

Ακριβώς όπως έχουμε δει στο παρελθόν, ότι οι υψηλές τιμές υπήρξαν η καλύτερη θεραπεία για τις υψηλές τιμές, το ίδιο συμβαίνει όταν συμβαίνει και το αντίθετο. Οι χαμηλές τιμές του φυσικού αερίου των ΗΠΑ κατά τους πρώτους μήνες του 2012 προκάλεσαν μια σημαντική στροφή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από τον άνθρακα στο φυσικό αέριο κάτι που τελικά βοήθησε στη μείωση της τιμής σε πιο βολικά επίπεδα από την σκοπιά της παραγωγής. Κάποια στιγμή η τιμή έφτασε σε τόσο χαμηλό επίπεδο που το κόστος αυτής της νέας τεχνολογίας παραγωγής ξεπέρασε τα έσοδα και αν διατηρούνταν εκεί για πολύ καιρό η παραγωγή θα είχε περιοριστεί. Το ίδιο ισχύει και για την παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου, το οποίο σε αυτό το πρώιμο στάδιο είναι απαγορευτικά δαπανηρό να παραχθεί. Οι τιμές άνω των 100 δολαρίων το βαρέλι που καταγράφηκαν στη διάρκεια των τελευταίων ετών ήταν οι μόνες που κατάφεραν να κάνουν αυτές τις καινοτομίες οικονομικά βιώσιμες. Μέχρις ότου  η τεχνολογική πρόοδος στις μεθόδους παραγωγής να μειώσει το κόστος, εκτιμάται ότι απαιτείται μια τιμή άνω των 70 δολ. για το WTI (το ισοδύναμο για το brent ανέρχεται στα 90 δολάρια) ώστε να παραμείνουν κερδοφόρες.

Οι παραγωγοί πετρελαίου χρειάζονται υψηλές τιμές για να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς

Έπειτα από την Αραβική Άνοιξη το 2011 και τη διατήρηση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή, πολλές κυβερνήσεις των κρατών-μελών του OPEC έχουν αυξήσει τους κρατικούς τους προϋπολογισμούς προκειμένου να ξεπεράσουν πιθανά κοινωνικοοικονομικά προβλήματα. Με το πετρέλαιο να παραμένει η βασική πηγή εσόδων για πολλά από αυτά τα κράτη, το «νεκρό σημείο» της τιμής του πετρελαίου που απαιτείται για να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους έχει μετακινηθεί πολύ υψηλότερα αυτή την περίοδο και είναι πιθανό να μετακινηθεί ακόμα πιο υψηλά το 2013. Το σημείο αυτό υπολογίζεται για τη Σαουδική Αραβία περίπου στα 80 δολάρια, ενώ για άλλα κράτη, όπως η Νιγηρία και η Ρωσία που δεν ανήκουν στον OPEC, τοποθετείται κοντά στα 100 δολάρια. Σε αυτή τη βάση, οποιαδήποτε εξασθένιση των τιμών κάτω από τα 90 δολάρια δεν θα είναι αποδεκτή και θα μπορούσε να υποστηριχθεί με τρόπους μείωσης της παραγωγής.

Συμπέρασμα

Ενώ οι διεθνείς τιμές πετρελαίου συνεχίζουν να εκτίθενται σε ακραίες μεταβολές, κυρίως ανοδικές, που προκαλούνται από τις διακοπές στην παραγωγή, οι πρόσφατες αλλαγές ιδιαίτερα στις νέες μεθόδους παραγωγής θα πρέπει λογικά να εξασφαλίσουν μια καλύτερη και πιο σταθερή θέση για την αγορά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Ενώ η ανησυχία για την κορύφωση της παραγωγής πετρελαίου δεν έχει εξαλειφθεί, έχει τουλάχιστον αναβληθεί για αρκετά χρόνια. Αυτό θα αγοράσει στον κόσμο πρόσθετο χρόνο για να συνεχίσει να βελτιώνει τις μεθόδους παραγωγής χάρη στη νέα τεχνολογία. Αυτό στη συνέχεια θα αυξήσει τη ζήτηση για φυσικό αέριο - και ο κόσμος έχει άφθονο φυσικό αέριο. Παράλληλα, ο κλάδος αυτοκινητοβιομηχανιών θα συνεχίσει να βελτιώνει την αποτελεσματικότητα των κινητήρων, κάτι που έχει ήδη αντίκτυπο στην κατανάλωση βενζίνης στις ΗΠΑ. Είναι πραγματικά μια παραδειγματική στροφή που κατά τη γνώμη μας θα έχει τη μεγαλύτερη θετική συμβολή στην ανάπτυξη και τις αγορές τα επόμενα δέκα χρόνια. Το γεγονός ότι ένα από τα υποπροϊόντα είναι το μειωμένο αποτύπωμα άνθρακα δεν καθιστά το σενάριο λιγότερο ελκυστικό. Βλέπουμε την τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent να παραμένει εντός του εύρους διακύμανσης των 90-125 δολαρίων το 2013, με μέση τιμή περίπου τα 111 δολάρια.


Πηγή:www.capital.gr


Πηγή:www.capital.gr

Η απελευθέρωση του τραπεζικού θηρίου

Τα πλεονασματικά κράτη της Ευρωζώνης δεν φαίνονται διατεθειμένα ούτε να περιορίσουν τα υπερβολικά πλεονάσματα τους (αυξάνοντας τους μισθούς των εργαζομένων τους, έτσι ώστε να μεγεθυνθεί η εσωτερική τους ζήτηση), ούτε να μεταφέρουν «πόρους» στα ελλειμματικά, ούτε να «αμοιβαιοποιήσουν» τα δημόσια χρέη, ούτε να επιτρέψουν την μετάλλαξη της ΕΚΤ σε μία πραγματικά κεντρική τράπεζα της Ευρωζώνης (Ευρωομόλογα, απ’ ευθείας αγορά ομολόγων από τα κράτη-μέλη κοκ.).

Ως εκ τούτου, ο φαύλος κύκλος της διάσωσης των κρατών από τις τράπεζες και, στη συνέχεια, των τραπεζών από τα κράτη, «διαιωνίζεται» – με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα χρέη τόσο του ενός, όσο και του άλλου. Είναι εύλογο λοιπόν πως η συγκεκριμένη, «παρά φύσει» διαδικασία έχει ημερομηνία λήξης – αν και κανένας δεν θέλει να το παραδεχθεί.

Στα πλαίσια αυτά θεωρούμε ότι, εάν δεν υπάρξουν ριζικές αλλαγές, αργά ή γρήγορα, θα ακολουθήσει μία δίδυμη έκρηξη άνευ προηγουμένου – μία έκρηξη κρατών και τραπεζών μαζί, τα επακόλουθα της οποίας θα είναι τόσο περισσότερο επώδυνα και επικίνδυνα, όσο πιο πολύ αναβάλλονται τεχνητά. Ο βασικός υπαίτιος δε θα είναι η οικονομική ελίτ - η οποία ουσιαστικά κυβερνάει από το παρασκήνιο.

Ευχόμενοι φυσικά να διαψευσθούμε, όσον αφορά την απειλή που προβλέπουμε, θεωρούμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε τα παρακάτω:   

Ανάλυση

“Στις σκανδιναβικές χώρες, τη Γερμανία, την Ολλανδία και τη Γαλλία, προτιμήθηκε μετά τα μέσα του 20ου αιώνα ένα διαφορετικό οικονομικό «μίγμα». Το όραμα που αντιπροσώπευε θα μπορούσε ίσως να συνοψισθεί στην αντίληψη ότι, ο καπιταλισμός είναι το μοναδικό διαθέσιμο σύστημα που μπορεί να λειτουργήσει -  αλλά δεν μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά, χωρίς την ισχυρή παρουσία της κυβέρνησης”(R.Heilbroner).      

Μήπως όμως στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός, αναρωτιέται κανείς, παρά τις υποσχέσεις του να παράγει πλούτο για όλους, οδηγεί τελικά στο να γίνονται οι πλούσιοι πλουσιότεροι και οι φτωχοί, φτωχότεροι; Μπορεί να επιτευχθεί ανάπτυξη, χωρίς να προϋποθέτει την ανισότητα – τη διεύρυνση δηλαδή των εισοδηματικών διαφορών, μεταξύ των ανωτέρων και κατωτέρων «κοινωνικών «στρωμάτων», είτε αυτά είναι ιδιώτες, είτε ολόκληρα κράτη; Απλούστερα, μπορεί οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι, χωρίς οι φτωχοί να γίνονται φτωχότεροι – χωρίς να «αναπτύσσονται» δηλαδή οι μεν, εις βάρος των δε;

Περαιτέρω, η συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών χρειάζεται πραγματικά «μικρότερο Κράτος», είναι προς όφελος της δηλαδή, όπως όλοι οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι ισχυρίζονται, «θεοποιώντας» ουσιαστικά τις ικανότητες/εντιμότητα του ιδιωτικού τομέα, ή ίσως ποιοτικότερο, λιγότερο δαπανηρό ή διεφθαρμένο, «επαρκές», διάφανο και περισσότερο αποτελεσματικό κράτος, ανεξαρτήτως μεγέθους; (πόσο μάλλον όταν η πολιτική εξουσία, είναι η μοναδική μας προστασία απέναντι στην οικονομική;). 

Σε τελική ανάλυση, είναι οι οικονομικές κρίσεις, η συχνότητα των οποίων έχει αυξηθεί πλέον επικίνδυνα, απαραίτητος «συνοδός» της καπιταλιστικής διαδικασίας, όπως επίσης η «δημιουργική καταστροφή» (Schumpeter), ή μήπως είναι δυνατόν να αποφευχθεί, δια μέσου της κατάλληλης ρύθμισης του συστήματος της ελεύθερης αγοράς; Για πόσον καιρό θα μπορεί να αντέχει η ανθρωπότητα τις «μανιοκαταθλιπτικές» συμπεριφορές των αγορών, τις συνεχείς ανόδους και πτώσεις δηλαδή, οι «ταλαντώσεις» των οποίων διευρύνονται όλο και περισσότερο, από το κατώτατο άκρο (υφεσιακή αποχρέωση) στο ανώτατο; (αναπτυξιακή υπερχρέωση).

Τέλος, είναι αντικειμενική η διαπίστωση ότι, το «αόρατο χέρι της αγοράς», όπως το είχε ονομάσει ο Adam Smith, δημιουργεί πλούτο στην πραγματική οικονομία (Main Street), ενώ φέρνει την καταστροφή στις χρηματαγορές (Wall Street), εάν αφεθεί ελεύθερο;

Είναι προφανές ότι, δεν είναι τόσο απλές οι υπεύθυνες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτηματικά, στις απορίες καλύτερα, εάν βέβαια παραμένει κανείς οπαδός της ελεύθερης αγοράς – τόσο της μη κεντρικά κατευθυνόμενης, όσο και της μη μονοπωλιακής. Πολύ περισσότερο όταν γνωρίζει ότι, το κυκλοφοριακό σύστημα της οικονομίας, το χρήμα δηλαδή, δημιουργείται από την πίστωση - από τα χρέη κατ’ επέκταση, με όλα όσα προβλήματα κάτι τέτοιο συνεπάγεται.

Εν τούτοις, οφείλει έστω να προσπαθήσει, ακόμη και αν δεν καταφέρει τελικά να τεκμηριώσει σωστά ή να ολοκληρώσει τις όποιες απαντήσεις του. Ιδιαίτερα, όταν είναι πλέον απολύτως βέβαιος ότι, βιώνουμε έναν καταστροφικό παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο, άνευ προηγουμένου - με κύριο υπαίτιο τις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες επιδιώκουν, προφανώς μαζί με το Καρτέλ, την απολυταρχική εγκατάσταση τους στην παγκόσμια διακυβέρνηση, με την πλήρη αποκρατικοποίηση της εξουσίας.   

ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΚΡΑΤΟΣ

Πριν από το οικονομικό κραχ και τη Μεγάλη Ύφεση του 1930, το ύψος του εθνικού εισοδήματος στις Η.Π.Α. ήταν, χωρίς καμία αμφιβολία, εντυπωσιακό στο συνολικό όγκο του. Εάν παρακολουθούσε όμως κανείς την πορεία του και τα εκατομμύρια μικρούς «παραποτάμους» του, θα συνειδητοποιούσε ότι, η χώρα ωφελούταν με πολύ άνισο τρόπο από τη ροή του. Περίπου 24.000 οικογένειες στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας αποκόμιζαν τριπλάσιο εισόδημα από τα 6.000.00 οικογένειες στη βάση της πυραμίδας – ενώ το μέσο εισόδημα των ευκατάστατων οικογενειών στην κορυφή ήταν 630 φορές μεγαλύτερο, από το εισόδημα των οικογενειών στη βάση (πηγή: R.Heilbroner).

Δυστυχώς, αυτό δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα της εποχής. Ξεχασμένοι στο περιθώριο του ενθουσιασμού για την απεριόριστη ευημερία που θεωρούταν τότε ότι θα προσέφερε ο καπιταλισμός («Όλοι θα πρέπει να γίνουν πλούσιοι», είχε πει ο τότε πρόεδρος των Δημοκρατικών), βρίσκονταν δύο εκατομμύρια άνεργοι Πολίτες ενώ, κρυμμένες πίσω από την κλασσική, μαρμάρινη τους πρόσοψη, οι τράπεζες χρεοκοπούσαν με ρυθμό δύο την ημέρα – επί έξι ολόκληρα έτη πριν από το οικονομικό κραχ.

Ο μέσος Αμερικανός τότε, χρησιμοποιούσε την ευημερία του με αυτοκαταστροφικό τρόπο. Είχε συνάψει πάρα πολλά δάνεια, είχε εκτεθεί επικίνδυνα στις «σειρήνες» των αγορών, αγοράζοντας προϊόντα με δόσεις και είχε σφραγίσει τη μοίρα του με την αγορά μετοχών - τις οποίες αποκτούσε όχι με δικά του χρήματα, αλλά με δανεικά από τις τράπεζες. Η τραγική εξέλιξη μπορεί να ήταν αναπόφευκτη, αλλά όχι και προβλέψιμη, αφού σπάνια περνούσε ημέρα, χωρίς κάποια προσωπικότητα των ημερών, να διαβεβαιώνει το έθνος για την ευρωστία του - μεταξύ των οποίων διαπρεπείς οικονομολόγοι, πανεπιστημιακοί, επιχειρηματίες και πολιτικοί.
 
Μεταξύ των ετών 1930 και 1970, μετά δηλαδή τη Μεγάλη Ύφεση (η οποία κατέληξε δυστυχώς στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο), οι εισοδηματικές ανισότητες στις «δυτικές» οικονομίες περιορίσθηκαν σημαντικά – σε πλήρη αντίθεση με τις τελευταίες (μετά το 1970) δεκαετίες. Το 1928, οι υπερβολικά πλούσιοι των Η.Π.Α. απολάμβαναν το 5% των συνολικών εισοδημάτων της χώρας – σαράντα χρόνια αργότερα, το 1970, οι απολαβές τους δεν ξεπερνούσαν το 1% των συνολικών (σήμερα έχουν αυξηθεί ξανά, σαν αποτέλεσμα της «αντιστροφής» της πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών).

Τη χρονική αυτή περίοδο, η δύναμη των εργατικών συνδικάτων αυξανόταν συνεχώς, με αποτέλεσμα την επίτευξη διαρκώς υψηλότερων μισθών για τους εργαζομένους - οι οποίοι έτσι  συμμετείχαν στα επί πλέον έσοδα, στα κέρδη των επιχειρήσεων δηλαδή, τόσο από το ρυθμό ανάπτυξης, όσο και από την αύξηση της παραγωγικότητας τους. Σε μεγάλο βαθμό βέβαια «φρόντιζε» και το κράτος, το οποίο συμμετείχε ενεργητικά τόσο στην αναδιανομή των εισοδημάτων, όσο και στην καταπολέμηση της ανεργίας - δια μέσου κυρίως των δημοσίων επενδύσεων (Keynes) και της φορολογικής νομοθεσίας.

Οι κυβερνήσεις παρείχαν στους Πολίτες «γενναιόδωρα» αυξημένες κοινωνικές υπηρεσίες, αποσπώντας ένα μεγάλο μέρος των εσόδων από τους πλουσίους. Στη Μ. Βρετανία, ο ανώτερος φορολογικός συντελεστής εισοδημάτων είχε πλησιάσει το 83% - ένα υπερδιπλάσιο ποσοστό από το σημερινό, εντελώς ακατανόητο και υπερβολικό. Το κράτος πραγματοποιούσε μεγάλες επενδύσεις στην κοινωνική περίθαλψη και στην Παιδεία, ενώ χρηματοδοτούσε εξ ολοκλήρου τις πανεπιστημιακές σπουδές των παιδιών των εργαζομένων.

Αντίθετα, όσον αφορά τις χρηματαγορές, η κατάσταση ήταν εντελώς υποτονική – με μηδαμινές έως ανύπαρκτες ευκαιρίες κερδοφορίας. Η διεθνής ροή των Κεφαλαίων ήταν αυστηρά ελεγχόμενη, τα χρηματοπιστωτικά «προϊόντα» περιορισμένα, ενώ οι τραπεζικοί (τα σημερινά Golden Boys), σπάνια κέρδιζαν περισσότερα, από τα στελέχη που απασχολούνταν σε άλλες επιχειρήσεις. Παράλληλα, ούτε οι Πολίτες, αλλά ούτε και τα κράτη επιδίωκαν το δανεισμό - αφού δεν δαπανούσαν περισσότερα από όσα εισέπρατταν.

Δυστυχώς όμως, κάποια στιγμή η λογική χάθηκε εντελώς, οδηγώντας το τότε σύστημα στα όρια του. Η φορολογία αυξήθηκε υπερβολικά, ενώ τα συνδικάτα έχασαν το «μέτρο», απαιτώντας συνεχώς υψηλότερες αμοιβές, οι οποίες τελικά έθεσαν σε λειτουργία έναν σπειροειδή πληθωριστικό κύκλο - ενώ οι απεργίες εξουδετέρωσαν εντελώς την ομαλή οικονομική λειτουργία, «μονοδρομώντας» την Οικονομία σε τεράστια αδιέξοδα.

Από την άλλη πλευρά, οι κοινωνικές παροχές ξεπέρασαν τα όρια, σε σημείο που ήταν ασύμφορο πλέον να εργασθεί κανείς - αφού τα επιδόματα ανεργίας ξεπερνούσαν κάποιες φορές ακόμη και τους μισθούς. Το διεθνές συναλλαγματικό σύστημα κατέρρευσε τελικά, με αποτέλεσμα να «εκκολαφθεί» η σχολή του Σικάγο - με το νομπελίστα οικονομολόγο Robert Lucas, ο οποίος «απαίτησε» την πλήρη αλλαγή του τότε συστήματος.

«Η αναδιανομή των εισοδημάτων, οι αυστηροί κανόνες για τις αγορές και οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές, είναι θάνατος για την ελεύθερη οικονομία», τεκμηρίωσε τη θέση του ο Robert Lucas, συνεχίζοντας: «Όποιος υποχρεώνεται σε φορολόγηση ενός μεγάλου μέρους των εισοδημάτων του, καθώς επίσης όποιος μπορεί να στηριχθεί στη βοήθεια του κράτους, έχει ελάχιστα κίνητρα να εργασθεί, να επενδύσει ή να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του…..Η ανισότητα είναι η βασική προϋπόθεση της ανάπτυξης και της δημιουργίας πλούτου, ενώ από μία δυναμικά αυξανόμενη οικονομία, κερδίζουν στο τέλος και οι φτωχοί….Η παλίρροια ανυψώνει όλες τα βάρκες». 

ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΚΡΑΤΟΣ

Στις θεωρίες αυτές βασίστηκαν τόσο ο R.Reagan, όσο και η M.Thatcher, στις προσπάθειες τους να μειώσουν το κράτος και να εξουδετερώσουν τα συνδικάτα. Όταν τελικά το κατάφεραν, ιδιωτικοποιώντας τις επιχειρήσεις και πουλώντας τη δημόσια περιουσία (στο βρετανικό δημόσιο ανήκει πλέον μία και μοναδική γέφυρα στον Τάμεση, αφού έχει ξεπουλήσει τα πάντα, ενώ το συνολικό χρέος της χώρας ξεπερνάει πια το 500% του ΑΕΠ), η ανισότητα εκτοξεύτηκε στα ύψη – επειδή η αγορά δεν φροντίζει μόνη της ποτέ για ισότητα.

Όπως αποδείχθηκε λοιπόν, οι αγορές ανταμείβουν δυσανάλογα τους εισοδηματικά ισχυρούς, βοηθώντας τους, μεταξύ άλλων, να χρεώνουν υψηλούς τόκους στα Κεφάλαια τους. Επίσης, αμείβουν υπερβολικά αυτούς που διαθέτουν ιδιαίτερες ικανότητες, κληρονομικές ή επίκτητες, όπως και όσους έχουν την τύχη να εργάζονται σε αναπτυσσόμενους κλάδους. Ουσιαστικά λοιπόν «τιμωρούν» όλους τους άλλους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από περιορισμένες ικανότητες, φτωχούς προγόνους ή έχουν ατυχώς εκπαιδευθεί στο, λάθος για την εποχή, επάγγελμα. 

Αναλυτικότερα, η χρονική περίοδος μετά την κατάργηση του κανόνα του χρυσού, αυτή δηλαδή που ξεκίνησε το 1971, ήταν αναμφίβολα εξαιρετικά αποδοτική για τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου – για όλους αυτούς που θεωρούνται πλούσιοι ή ικανοί. Τόσο τα εισοδήματα, όσο και τα «χαρτοφυλάκια» τους αυξάνονταν διαρκώς - γεγονός που διαπιστώνεται από το ότι, εάν ένας αμερικανός είχε συνολική περιουσία, τη δεκαετία του ’70, ύψους 75 εκ. $, ανήκε στους 400 πλουσιότερους ανθρώπους της χώρας του, ενώ σήμερα απαιτούνται περισσότερα από 1 δις $.

Αντίθετα, η ίδια χρονική περίοδος ήταν μάλλον ουδέτερη για τους μισθωτούς, αφού το ετήσιο εισόδημα ενός μέσου αμερικανού εργαζομένου ήταν 45.879 $, παραμένοντας σχεδόν στάσιμο μέχρι σήμερα (45.113 $, με «αποπληθωρισμένα» στοιχεία). Στη Γερμανία, ακόμη και στην περίοδο της μεγάλης ανάπτυξης μεταξύ των ετών 2004 και 2008, όπου τα κέρδη των επιχειρήσεων είχαν στην κυριολεξία «εκτοξευθεί», οι μέσες αμοιβές των εργαζομένων όχι μόνο δεν παρουσίασαν άνοδο, αλλά περιορίσθηκαν σημαντικά (γεγονός που συνέβαλλε, μεταξύ άλλων, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, εις βάρος τόσο των Πολιτών της, όσο και των Ευρωπαίων-εταίρων της).

Στην Ελλάδα, οι αμοιβές διαφοροποιήθηκαν ελάχιστα μετά το 2000, παρά τον σχετικά μεγάλο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας της – γεγονός που επεξηγεί την έντονη ύφεση που ακολούθησε την είσοδο του ΔΝΤ στη χώρα. Στη Μ. Βρετανία, οι ειδικές αμοιβές (Bonus) των στελεχών του χρηματοπιστωτικού κλάδου ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο, ενώ οι μισθοί των υπολοίπων εργαζομένων παρέμειναν στα ίδια επίπεδα των προηγουμένων ετών.

Στις αναπτυσσόμενες οικονομίες υποχώρησε βέβαια η φτώχεια σε απόλυτα μεγέθη, αλλά οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις αυξήθηκαν δραματικά – ηττημένοι και εδώ οι απλοί εργαζόμενοι, «νικητές» όλοι όσοι στήριξαν τα εισοδήματα τους στις κεφαλαιακές «προμήθειες». Στην Κίνα, δέκα μόλις χρόνια πριν, το 50% του ΑΕΠ δαπανούνταν σε μισθούς και ημερομίσθια – πρόσφατα, είχε περιορισθεί στο 40%. Στην Ινδία κέρδισαν κυρίως οι ανώτερες εισοδηματικές τάξεις από τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του ’90 - ενώ στη Βραζιλία, μετά την επιδρομή του «Ταμείου», οι πλούσιοι ζουν σε οχυρωμένες περιοχές και προστατευμένα διαμερίσματα, για να προστατεύονται από τους πολυάριθμους φτωχούς. Σύμφωνα δε με πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ, «Οι ανισότητες αυξήθηκαν σε όλες τις χώρες, με εξαίρεση ίσως τα φτωχότερα κράτη του πλανήτη».

Κοινό «πολιτικό» χαρακτηριστικό αυτής της χρονικής περιόδου ήταν αναμφίβολα, όπως αναφέραμε στην αρχή, η επικράτηση του νεοφιλελεύθερου δόγματος της σχολής του Σικάγο, μέσα από τις μεταρρυθμίσεις του προέδρου R.Reagan στις Η.Π.Α. και της M.Thatcher στην («πάλαι ποτέ» Μεγάλη) Βρετανία.

Ολοκληρώνοντας, ο περιορισμός του κράτους και η αποκρατικοποίηση όλων των επιχειρήσεων του δημοσίου, καθώς επίσης η πώληση της κρατικής περιουσίας κυριάρχησαν - με τεκμηριωμένα (ιστορικά) αποτελέσματα, την υπερχρέωση κρατών και νοικοκυριών, την διατήρηση των μισθών σε σταθερά, χαμηλά επίπεδα, την εξουδετέρωση των συνδικαλιστικών κινημάτων, την αύξηση της κερδοφορίας  των επιχειρήσεων, την άνοδο των μονοπωλίων (πολυεθνικές), τις επιθέσεις του «Ταμείου», καθώς επίσης την παντοδυναμία του αδρανούς, κερδοσκοπικού Κεφαλαίου – των πάσης φύσεως δηλαδή χρηματοπιστωτικών «αγορών».

Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΛ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Τα ελλείμματα των προϋπολογισμών των χωρών της Ευρώπης οχταπλασιάστηκαν το 2010, σε σχέση με το 2007, φτάνοντας στα -581 δις €, από -60 δις € προηγουμένως. Εξ αυτών, τα -360 δις € αφορούν τις πέντε πλέον επικίνδυνες «χώρες του Νότου», οι οποίες τετραπλασίασαν τα ελλείμματα τους μέσα σε τρία μόλις χρόνια. Σύμφωνα τώρα με την άποψη που επικρατεί στις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, υπεύθυνες είναι οι ίδιες οι χώρες, οι οποίες δεν αποδείχθηκαν πειθαρχικές, όσον αφορά τη διαχείριση των δημοσιονομικών τους προβλημάτων – παρά το ότι σε πολλές από αυτές, όπως για παράδειγμα στην Ελλάδα, οι ετήσιοι τόκοι πλησιάζουν πια το 30% των εσόδων του δημοσίου.

Συνεχίζοντας, ο ιδιωτικός τομέας των χωρών της Ευρωζώνης το 2000, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις συγκεκριμένα, εμφάνιζαν ένα χρηματοδοτικό έλλειμμα ύψους -202 δις €. Δέκα χρόνια αργότερα, το 2010, το έλλειμμα είχε μετατραπεί σε πλεόνασμα, ύψους 82 δις € - εκ των οποίων, τα 55 δις € πλεόνασμα εμφανίζονται στις γερμανικές επιχειρήσεις, οι οποίες το 2000 είχαν έλλειμμα -129 δις €. Σε ολόκληρη δε την Ευρωπαϊκή Ένωση, το συνολικό έλλειμμα των επιχειρήσεων, ύψους -346 δις € το 2000, μετατράπηκε σε πλεόνασμα 300 δις € (πηγή: Ringier AG, CH).

Το 2000 λοιπόν οι ευρωπαϊκές (πολυεθνικές) επιχειρήσεις χρηματοδοτούσαν φυσιολογικά τις επενδύσεις τους - εν μέρει από τα Ίδια Κεφάλαια τους, καθώς επίσης με τη λήψη πιστώσεων από τις τράπεζες. Σήμερα, εισπράττουν ουσιαστικά 300 δις € περισσότερα από αυτά που δαπανούν για τα προϊόντα τους, τους μισθούς, τους φόρους και τις επενδύσεις - αφού οι Ισολογισμοί τους εμφανίζουν πλεόνασμα αυτού του ύψους («υπερχρεώνοντας» τα προϊόντα τους προφανώς). Ταυτόχρονα, πουλούν εμπορεύματα ύψους 300 δις € επί πιστώσει.   

Εφ’ όσον τώρα αυξήθηκαν οι απαιτήσεις των επιχειρήσεων, παράλληλα με την «αποχρέωση» τους, θα αυξήθηκε αντίστοιχα ο δανεισμός ή θα μειώθηκαν οι αποταμιεύσεις κάποιων άλλων – κρατών ή νοικοκυριών. Στην πραγματικότητα λοιπόν, οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών μεταξύ των ετών 2000 και 2007 μειώθηκαν στο μισό – από 170 δις € στα 84 δις €.

Περαιτέρω, από το ξεκίνημα της κρίσης, τα πλεονάσματα του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού κλάδου αυξήθηκαν κατά 500 δις € στην ΕΕ των 27 – με τα αντίστοιχα ελλείμματα να επιβαρύνουν τα κρατικά ταμεία. Το γεγονός αυτό δεν είναι φυσικά παράδοξο, αφού το δημόσιο ανέλαβε τα χρέη των ζημιογόνων τραπεζών (ενισχύοντας έμμεσα τις κερδοφόρες), για πρώτη φορά στην ιστορία (ετεροβαρές ρίσκο), χρηματοδοτώντας παράλληλα τις προσπάθειες αναθέρμανσης της οικονομίας. 

Ολοκληρώνοντας, η εξέλιξη αυτή δεν λειτούργησε ανάλογα σε όλες τις χώρες, αφού σε αυτές που οι μισθοί αυξήθηκαν, παράλληλα με την παραγωγικότητα (Ελλάδα, Ισπανία κλπ), τα κέρδη των επιχειρήσεων δεν διαφοροποιηθήκαν σημαντικά. Αντίθετα όμως στη Γερμανία, όπου οι πραγματικοί μισθοί περιορίσθηκαν αρκετά, αυξήθηκαν τόσο τα κέρδη των επιχειρήσεων, όσο και τα πλεονάσματα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της χώρας. Ταυτόχρονα, αυξήθηκαν και οι πιστώσεις της Γερμανίας προς τις «ελλειμματικές», εισαγωγικές χώρες του Νότου - με αποτελέσματα (επισφάλειες) που στο μέλλον θα είναι μάλλον επώδυνα για την οικονομία της ηγετικής δύναμης της ΕΕ.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η παγκόσμια οικονομία, παρά τη «θεραπεία», στην οποία υποβλήθηκε από τους Reagan-Thatcher, δεν αναπτύχθηκε γρηγορότερα, σε σχέση με την προηγούμενη χρονική περίοδο – δεν ωφελήθηκε δηλαδή από τις αποκρατικοποιήσεις, την απελευθέρωση των αγορών και το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων.

Σε πλήρη αντίθεση μάλιστα με τη «νέα τάξη πραγμάτων» της αγγλοσαξονικής σχολής, μερικές από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου, οι Σκανδιναβικές, διατηρούν ακόμη υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, καθώς επίσης ένα μεγάλο κοινωνικό κράτος – με δημοσίους υπαλλήλους που πλησιάζουν το 30% των εργαζομένων (περί το 12% στην Ελλάδα). Πως αιτιολογείται λοιπόν κάτι τέτοιο;

Είναι αρκετοί αυτοί που ισχυρίζονται ότι, οι άνθρωποι δεν εργάζονται μόνο για τα χρήματα – αλλά από ενδιαφέρον για τη δουλειά τους, καθώς επίσης με στόχο την «αναγνώριση», την εκτίμηση καλύτερα τόσο της προσωπικότητας, όσο και της εργασίας τους, από το κοινωνικό περιβάλλον. Κατά τους ίδιους, το αληθινό «κλειδί» για τον πλούτο είναι η πρόσβαση σε μία καλύτερη εκπαίδευση, η κοινωνική σταθερότητα και η ποιότητα των υποδομών – στοιχεία πολύ πιο σημαντικά από τα κίνητρα, τα οποία «πηγάζουν» από το «κυνήγι» του κέρδους και από τις μεγάλες εισοδηματικές διαφορές. 

Πολύ συχνά ακούει κανείς επίσης ότι, η μεγάλη τεχνολογική πρόοδος, καθώς επίσης η παγκοσμιοποίηση, δημιουργούν συνεχώς αυξανόμενες ανισότητες. Εν τούτοις, τα συμπεράσματα αυτά δεν είναι πλέον τόσο αυτονόητα, όσο υποθέταμε πριν - αφού ειδικά στις χώρες με υψηλή τεχνολογία και ελεύθερα σύνορα, στις «ανοιχτές κοινωνίες» δηλαδή της Σουηδίας και της Φιλανδίας, για παράδειγμα, η ανισότητα είναι πολύ περιορισμένη.

Η χρήση των μηχανών, καθώς επίσης η ελεύθερη ανταλλαγή εμπορευμάτων και υπηρεσιών, χωρίς δασμούς ή άλλα «κρατικά» εμπόδια, ασφαλώς συμβάλλουν την καταστροφή εργατικών θέσεων -  δημιουργώντας όμως παράλληλα άλλες, σε «νέες» περιοχές. Αξιωματικά δε το κράτος μπορεί να φροντίζει έτσι ώστε, να μη γίνονται πλούσιοι μερικοί μόνο Πολίτες του, αλλά όλοι μαζί (Πίνακας Ι):

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: «Κατανομή» εισοδημάτων σε επιλεγμένες ευρωπαϊκές χώρες

Χώρα
1997
2005
2008




Γερμανία
3,7
3,8
4,8
Ελλάδα
6,6
5,8
5,9
Βρετανία
4,7
5,8
5,6
Πορτογαλία
6,6
6,9
6,1
Σουηδία
3,0
3,3
3,5
Φιλανδία
3,0
3,6
3,8
Δανία
2,9
3,5
3,6
Πηγή: Eurostat
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Σημείωση 1: Η εξέλιξη των εισοδηματικών διαφορών, μεταξύ του 20% των πλουσιότερων Πολιτών και του 20% των φτωχότερων όπου, για παράδειγμα, ο δείκτης 3,7 σημαίνει ότι το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού μιας χώρας, έχει εισοδήματα 3,7 φορές υψηλότερα από αυτά του φτωχότερου 20% (κατά μέσον όρο).  
Σημείωση 2: Ο δείκτης για την Κίνα ήταν 8,34 το 2005 – για τη Ρωσία 8,96 το 2007 και για τις Η.Π.Α. 8,42 το 2000 – στην  ΕΕ των 27, ο μέσος δείκτης  ήταν 10,13 το 2008, γεγονός που αναδεικνύει τις τεράστιες ανισορροπίες μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών (πηγή: F.E.Stiftung).    

Συνεχίζοντας, υπάρχουν φυσικά οικονομολόγοι, οι οποίοι ισχυρίζονται επί πλέον ότι, η μεγάλη συγκέντρωση πλούτου σε λίγους, είναι καταστροφική για το ρυθμό ανάπτυξης μίας Οικονομίας. Όσο υψηλότερα τα έσοδα (μισθοί, εισοδήματα κλπ), τόσο περισσότερα αποταμιεύει κανείς και τόσο περιορίζεται η ζήτηση για καταναλωτικά αγαθά. Όπως αναφέρει δε ο Schopenhauer:

«Οι άνθρωποι που δεν έχουν κληρονομήσει κάποια περιουσία, αλλά καταφέρνουν χάρη στις ικανότητες τους να κερδίζουν χρήματα, υποκύπτουν σχεδόν πάντα στην ψευδαίσθηση ότι, το ταλέντο τους είναι το πάγιο κεφάλαιο και άρα τα χρήματα που αποκτούν χάρη σε αυτό οι τόκοι – οπότε δεν αποταμιεύουν ένα μέρος των αποκτηθέντων, προκειμένου να συσσωρεύσουν ένα πάγιο κεφάλαιο, αλλά ξοδεύουν όλα όσα κερδίζουν. Αντίθετα, όποιος έχει μεγαλώσει μέσα σε κληρονομημένο πλούτο, έχει μάθει να διαχωρίζει ποιο είναι το κεφάλαιο και ποιοί είναι οι τόκοι, περιφρουρώντας την περιουσία του με την ίδια του τη ζωή – παραμένει επομένως τακτικός, προσεκτικός και οικονόμος». 

Περαιτέρω, οι αμερικανοί προσπάθησαν να καταπολεμήσουν το φαινόμενο της συγκέντρωσης πλούτου σε λίγους (το οποίο οι ίδιοι δημιούργησαν, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της κατανάλωσης, λόγω των αντίστοιχα χαμηλών μισθών της πλειοψηφίας των εργαζομένων), με τη βοήθεια των αυξημένων «καταναλωτικών» δανείων προς τις εισοδηματικά ασθενέστερες τάξεις (αντί της φορολόγησης της κληρονομιάς και των πλουσίων). Όπως όμως γνωρίζουμε, οι προσπάθειες αυτές οδήγησαν στην τεράστια παγκόσμια κρίση που βιώνουμε σήμερα, η οποία ξεκίνησε με την αγορά ακινήτων επί πιστώσει, με στόχο τη μεταπώληση τους με κέρδος, έτσι ώστε να αυξάνεται η κατανάλωση – έως ότου οι τιμές των ακινήτων κατέρρευσαν, κάνοντας αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανείων στις τράπεζες.

Δεν μπορεί λοιπόν παρά να αναρωτιέται κανείς σήμερα, εάν η μαζική «επίθεση» εναντίον του κοινωνικού κράτους, ήταν από οικονομικής πλευράς αναγκαία – ή μήπως θα ήταν αρκετή μία απλή διόρθωση των υπερβολών του 1970, τις οποίες προκάλεσαν σε μεγάλο βαθμό τα εργατικά συνδικάτα.

Σε κάθε περίπτωση όμως, έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι, ο καπιταλισμός μπορεί να επιβιώσει τόσο με μεγαλύτερο, όσο και με μικρότερο κράτος. Η ερώτηση επομένως, το ζητούμενο καλύτερα της ιδανικής κατανομής των εισοδημάτων, δεν αφορά ουσιαστικά την Οικονομία, αλλά την Πολιτική - παρά το ότι οι σημερινοί πολιτικοί δεν φαίνεται να είναι σε θέση να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Όπως είπε δε γνωστός οικονομολόγος, «Η κοινωνία οφείλει να αποφασίσει εάν αποδέχεται την αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων – εάν όχι, η Πολιτεία πρέπει να αναρωτηθεί ποιες θεσμικές αλλαγές απαιτούνται, για να καταπολεμηθούν οι ανισότητες».     

ΟΙ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ

Μετά την επικράτηση του «μικρού κράτους», την οποία περιγράψαμε ήδη, το «αόρατο χέρι της αγοράς» απελευθερώθηκε από τα δεσμά του και άρχισε ξανά να κινείται ανενόχλητο/ανεμπόδιστο, όπως πριν από το 1930, στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Αμέσως μετά ακολούθησαν δύο υποτιμήσεις του δολαρίου, με τα γνωστά «πετρελαϊκά σοκ» του 1973 και του 1979 - συνοδευόμενες από έντονες, καταστροφικές υφέσεις. Το επίπεδο των επιτοκίων ξεπέρασε τους μεσοπρόθεσμους ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ οι χρηματοπιστωτικοί νεωτερισμοί, τα παράγωγα δηλαδή κάθε είδους, αλλά και τα υπόλοιπα «προϊόντα» (πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά δάνεια με τοκογλυφικά επιτόκια άνω του 20% κλπ), οδήγησαν την «τάση για επίτευξη κερδών», από την παραγωγή προϊόντων στην κερδοσκοπία. Ο Πίνακας ΙΙ (άρθρο μας) που ακολουθεί, είναι χαρακτηριστικός:  

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Εξέλιξη δημοσίου χρέους σε τρις $ στις Η.Π.Α., Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, έλλειμμα (πλεόνασμα) σε τρις $

Έτος
Δημόσιο Χρέος
Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ
Έλλειμμα




1981
1,0
32,5%
-0,08
1985
1,8
43,8%
-0,21
1990
3,2
55,9%
-0,22
1995
4,9
67,0%
-0,16
2000
5,6
57,3%
+0,24
2005
7,9
63,5%
-0,32
2009
11,9
83,4%
-1,41
2010*
13,8
94,0%
-1,42
2011*
15,1
100,0%
-1,27
* Πρόβλεψη της αμερικανικής κυβέρνησης
Πηγή: Spiegel
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Σημείωση: Το χρέος των νοικοκυριών στη χώρα πλησιάζει τα 14 τρις $ (100% του ΑΕΠ), ενώ έχει 20πλασιασθεί, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70. 

Οι βιομηχανικοί όμιλοι, οι οποίοι σηματοδότησαν την ανάπτυξη μετά το 1930, με κέντρο βάρους την παραγωγή προϊόντων, «μεταλλάχθηκαν» σε χρηματοπιστωτικά «κτήνη». Οι τράπεζες, οι οποίες μέχρι τότε ήταν στην υπηρεσία της πραγματικής οικονομίας, μετατράπηκαν σε «αλχημιστές του χρήματος». Απλούστερα, το «θαύμα» της οικονομικής ανάπτυξης μετά το 1980, έλαβε χώρα στο χρηματοπιστωτικό κόσμο – με την αύξηση του δανεισμού, καθώς επίσης με τον «αληθινό κόσμο των επιχειρήσεων», αυτόν δηλαδή που δραστηριοποιούταν στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, να υποχωρεί συνεχώς (κενό που αναπλήρωσε η Κίνα – η παραγωγική μηχανή της δύσης).  

Η θεωρητική επεξήγηση του αναμφίβολου αυτού γεγονότος, σύμφωνα με το οποίο το αόρατο χέρι της αγοράς δημιουργεί πλούτο στην πραγματική οικονομία, ενώ προκαλεί την καταστροφή στη χρηματοπιστωτική, είναι ουσιαστικά αυτονόητη. Για παράδειγμα, όταν αυξάνεται η ζήτηση για ένα προϊόν, η τιμή του ανεβαίνει - όπως επίσης και το κίνητρο κέρδους για τον «κατασκευαστή» του. Στη συνέχεια, ο επιχειρηματίας αυξάνει την ποσότητα που παράγει (ή εισέρχονται νέοι επιχειρηματίες στην αγορά, λόγω των αυξημένων προοπτικών κερδοφορίας), την προσφορά δηλαδή, οπότε η τιμή μειώνεται - ενώ αποκαθίσταται η ισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς.       

Όταν όμως αυξάνεται η ζήτηση στις χρηματοπιστωτικές αγορές (μετοχές κλπ), την οποία ακολουθούν οι υψηλότερες τιμές, η προσφορά δεν μπορεί να αυξηθεί - αφού οι ποσότητες των μετοχών είναι συνήθως περιορισμένες (βεβαίως οι αγορές χρησιμοποιούν διάφορα  τεχνάσματα, όπως για παράδειγμα το «splitting», την παραγωγή δηλαδή δύο ή περισσοτέρων μετοχών από τη μία αρχική – η επιχείρηση όμως παραμένει η ίδια). Στην περίπτωση αυτή, όταν αυξάνεται η ζήτηση μετοχών δηλαδή, οι χρηματιστές συστήνουν συνήθως «αγορά» - οπότε, αντί της προσφοράς (όπως συμβαίνει στα προϊόντα), αυξάνεται ακόμη περισσότερο η ζήτηση και, μαζί με αυτήν, ξανά οι τιμές.

Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη «αγελαία», στρεβλή εξέλιξη των τιμών των μετοχών, των πρώτων υλών, των επιτοκίων και των συναλλαγμάτων, η οποία οδηγεί μεσο-μακροπρόθεσμα σε ανοδικές ή καθοδικές χρηματιστηριακές «αγορές» - σε μανιοκαταθλιπτικές δηλαδή διακυμάνσεις των τιμών, αντί σε φυσιολογικές και εξισορροπημένες. 

Η δεύτερη αιτία της καταστροφικής λειτουργίας του «αόρατου χεριού» του A.Smith στις χρηματοπιστωτικές αγορές είναι το ότι, σε αυτές τις αγορές δεν παράγονται προϊόντα και δεν δημιουργούνται αξίες – απλά αναδιανέμονται τα υφιστάμενα, μεταξύ των συμμετεχόντων. Αυτοί δε που έχουν τις περισσότερες πληροφορίες (Goldman Sachs, BIS, Hedge funds κλπ), πόσο μάλλον τις «εσωτερικές», κερδίζουν πάντοτε, ενώ όλοι οι άλλοι συνήθως χάνουν - από τους ερασιτέχνες «επενδυτές», μέχρι τα συνταξιοδοτικά ταμεία.

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές καθιστούν ουσιαστικά δυνατή τη διασπορά των κινδύνων, τους οποίους όμως οι ίδιες δημιουργούν. Μέσω δε της συνεχώς γρηγορότερης κερδοσκοπίας (διαδικτυακά καζίνο), αποσταθεροποιούν τελικά τις τιμές των μετοχών, των εμπορευμάτων κλπ - πουλώντας ταυτόχρονα νέα «ασφαλιστικά» προϊόντα (CDS κλπ), με στόχο την εξασφάλιση των «επενδυτών» από τους κινδύνους που οι ίδιες προκαλούν, αποκομίζοντας έτσι τα διπλά κέρδη. Η εξέλιξη στην Ελλάδα και στην Ιρλανδία (θα ακολουθήσουν  προφανώς πολλές άλλες χώρες, όπως η Ισπανία, το Βέλγιο, η Μ. Βρετανία, οι Η.Π.Α. κλπ), είναι «παραδειγματική»:

Οι αγορές, «στοιχηματίζοντας» στη χρεοκοπία της χώρας μας, προκάλεσαν την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού μας (άνω του 10%). Με τον τρόπο αυτό, οι πιθανότητες χρεοκοπίας μεγεθύνθηκαν - οπότε οι «αγορές» δεν κερδίζουν μόνο από τα αυξημένα επιτόκια, αλλά και από τα προϊόντα που πουλούν (CDS κλπ), για την εξασφάλιση των πελατών τους από το ρίσκο που οι ίδιες δημιουργούν. Την ίδια στιγμή, δανείζονται χρήματα από την ΕΚΤ, με επιτόκιο 1% - αγοράζοντας με αυτά κρατικά ομόλογα, με αποδόσεις της τάξης του 10%. Εάν δε χάσουν τα χρήματα τους, τότε απαιτούν τη βοήθεια των κρατών – την ενίσχυση τους δηλαδή από τους φορολογουμένους, τους οποίους προσπάθησαν λίγο πριν να ληστέψουν. 

Ολοκληρώνοντας, η εξοικονόμηση πόρων από τους Πολίτες των υπερχρεωμένων πια δυτικών κρατών, από τους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις δηλαδή, με μειώσεις μισθών, με φόρους και με άλλες θυσίες, οδηγείται τελικά, δια μέσου των επιτοκίων, στα ταμεία του χρηματοπιστωτικού κτήνους – με αποτέλεσμα τα δημόσια χρέη να συνεχίζουν να αυξάνονται.

Στην πραγματικότητα λοιπόν, το πρόβλημα είναι οι τοκογλυφικοί τόκοι - καθώς επίσης η προθυμία των «ιθυνόντων», να αποζημιώνουν τις «αγορές», για τους κινδύνους που οι ίδιες δημιουργούν, με στόχο την κερδοσκοπία. Η πολιτική ελίτ δεν μπορεί προφανώς να καταλάβει ότι, το αόρατο χέρι της αγοράς παράγει «πλαστές» τιμές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα - αφού, σε πλήρη αντίθεση με την πραγματική οικονομία, αδυνατεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά, «μη καθοριζόμενο», μη υπακούοντας δηλαδή στους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης.

Η «στρεβλή» αυτή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών αυξάνει επί πλέον την ανασφάλεια, εις βάρος της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας - ενώ όλες οι αναταραχές και οι οικονομικές κρίσεις, μετά το 1970, είναι το αποτέλεσμα της αστάθειας που προκαλούν τόσο οι άναρχες αγορές, όσο και οι μονοπωλιακές, πολυεθνικές υπερεπιχειρήσεις. 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η μοναδική λύση της συστημικής κρίσης που βιώνουμε σήμερα, όσον αφορά τις «αγορές», είναι η ρύθμιση και ο περιορισμός του χρηματοπιστωτικού κλάδου - έτσι ώστε να οδηγηθεί ξανά η υγιής τάση για κέρδος στην αληθινή οικονομία και στις επιχειρήσεις, οι οποίες παράγουν πραγματικά προϊόντα, απαραίτητα τόσο για την επιβίωση, όσο και για την καλύτερη διαβίωση μας.

Ακόμη καλύτερη θα ήταν ασφαλώς η κρατικοποίηση των αγορών – δηλαδή, η υπαγωγή τόσο των μεγάλων τραπεζών (πρώτα από όλες της BIS), όσο και των εθνικών χρηματιστηρίων, στην ιδιοκτησία του κράτους. Έτσι, θα διασφαλιζόταν η σωστή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος (ροή των κεφαλαίων στην πραγματική οικονομία, ορθολογική κατανάλωση, σωστός δανεισμός κλπ), ενώ θα αντιμετωπιζόταν ριζικά η εξάρτηση των κρατών από τις αχόρταγες, επικίνδυνες, τοκογλυφικές και μανιοκαταθλιπτικές αγορές. 

Όσον αφορά τώρα τις πολυεθνικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις (Καρτέλ), οι οποίες επίσης ευθύνονται για τη σημερινή συστημική κρίση, αφού απομυζούν τις εθνικές οικονομίες, είναι απαραίτητο να τεθούν όρια στα μεγέθη τους – κατ’ αρχήν, με τη σωστή λειτουργία των επιτροπών ανταγωνισμού, οι οποίες έχουν μάλλον ατονήσει, εάν δεν έχουν εντελώς αποπροσανατολισθεί, από τους αρχικούς σκοπούς της ίδρυσης τους.

Εκτός αυτού, τα κράτη δεν πρέπει να ιδιωτικοποιούν σε καμία περίπτωση τις κοινωφελείς επιχειρήσεις τους (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ κλπ), οι οποίες οφείλουν να παραμένουν στην ιδιοκτησία τους - λειτουργώντας βέβαια με απόλυτη διαφάνεια (Ισολογισμοί στο διαδίκτυο κλπ), έτσι ώστε να μπορούν να ελέγχονται από υπεύθυνους Πολίτες, καθώς επίσης με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Κλείνοντας, οφείλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στους εργαζομένους στο ότι, μικρότερο κράτος (αποκρατικοποιήσεις κλπ) σημαίνει περιορισμένες κοινωνικές παροχές, καθώς επίσης χαμηλότερες αμοιβές για τους ίδιους. Αντίθετα, μεγαλύτερο κράτος, σημαίνει υψηλότερες αμοιβές και περισσότερες κοινωνικές παροχές – μέχρι εκείνο βέβαια το οριακό σημείο όπου, οι απαιτήσεις τους θα «απειλήσουν» να ξεπεράσουν τις δυνατότητες των επιχειρήσεων, ανοίγοντας το «κουτί της Πανδώρας» (όπως συνέβη 40 έτη πριν και θα πληρώνουμε για πολλά χρόνια ακόμη).

Αντί λοιπόν να καταναλώνουν άσκοπα τις δυνάμεις τους στην κριτική του «ανάλγητου» κράτους, παίζοντας ουσιαστικά το παιχνίδι των «αγορών» (τοποθέτηση των κοινωνικών ομάδων σε αντίπαλα στρατόπεδα και κυριαρχία τους, με τη βοήθεια του «διαίρει και βασίλευε»), είναι μάλλον προτιμότερο να συμβάλλουν ενεργητικά στη σωστή λειτουργία της Πολιτείας – χωρίς  υπερβολικές απαιτήσεις από τις επιχειρήσεις ή τα κράτη, αλλά και χωρίς να επιτρέπουν τις άκρως επικίνδυνες αποκρατικοποιήσεις, οι οποίες τελικά θα τους καταστήσουν δούλους των χρηματαγορών και των μονοπωλίων (ή, ίσως, αποικίες των ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη).      

Σε κάθε περίπτωση, η έξοδος από τη σημερινή, εθνική και παγκόσμια κρίση, δεν μπορεί να προέλθει από την οικονομική ελίτ, αλλά από την Πολιτική – την οποία πρέπει να αποκαταστήσουμε στην εξουσία, αναλαμβάνοντας όλοι μαζί τις ευθύνες της σωστής λειτουργίας της: με την απαίτηση για περισσότερη, άμεση και αποτελεσματική Δημοκρατία, με τη βοήθεια νέων θεσμών. 

Αθήνα, 08. Δεκεμβρίου 2012